Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

PostHeaderIcon Ανταπόκριση απο το 50ο Φεστιβαλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης vol. 8


Η Κυριακή, τελευταία μέρα του Φεστιβάλ, ξημέρωσε με μια γλυκιά μελαγχολία να με κυριεύει. Έπρεπε από τις πρώτες ώρες τις ημέρας να χαιρετώ τους φίλους μου και να τους δίνω ραντεβού για του χρόνου (σε κάποιους έδωσα ραντεβού για το Μάρτιο για τον Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ). Με δάκρια στα μάτια και αναψοκοκκινισμένα μάγουλα μπήκα μια τελευταία φορά στη σκοτεινή αίθουσα για να δω το «Ναυαγός Στο Φεγγάρι» (Castaway On The Moon») τη πρώτη ταινία του ΝοτιοΚορεάτη Χάε-Τζουν Λι. Για άλλη μια φορά ο ασιατικός κινηματογράφος με αντάμειψε για την επιλογή μου. Ένας καταχρεωμένος γιάπης (γιάπης λέγεται και αν είναι κορεάτης;) πηδάει από μια γέφυρα στο ποτάμι για να αυτοκτονήσει. Δεν τα καταφέρνει και ξυπνάει στις όχθες ενός ερημικού νησιού μέσα στο κέντρο της πόλης. Δεν μπορεί να φύγει από το νησί και ενώ γύρω του είναι μια υπερσύγχρονη πόλη δεν τον ακούν και δεν τον βλέπουν. Με τον καιρό όχι μόνο θα μάθει να τα βγάζει πέρα μόνος του, αλλά δεν θα θέλει και να φύγει από εκεί.
Αργότερα το βράδυ έλαβε μέρος η Τελετή Λήξης του Φεστιβάλ όπου δόθηκαν και τα βραβεία. Αναλυτικά τα βραβεία είχαν ως εξής,
Βραβείο Καλύτερης ταινίας-Χρυσός Αλέξανδρος (40.000 ευρώ) απονέμεται στην ταινία:
ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ ΖΩΗΣ / AJAMI
Ειδικό βραβείο Κριτικής Επιτροπής – Αργυρός Αλέξανδρος (25.000 ευρώ) απονέμεται στην ταινία:
ΜΕΤΑΛΛΙΟ ΤΙΜΗΣ/ MEDALIA DE ONOARE/ MEDAL OF HONOR
Βραβείο Σκηνοθεσίας στον: RIGOBERTO PEREZCANO για την ταινία:
ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ: ΒΟΡΡΑΣ / NORTEADO / NORTHLESS
Βραβείο Σεναρίου εξ ημισείας στους: SCANDAR COPTI & YARON SHANI για την ταινία: ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ ΖΩΗΣ / AJAMI
και στον:
TUDOR VOICAN για την ταινία: ΜΕΤΑΛΛΙΟ ΤΙΜΗΣ/ MEDALIA DE ONOARE/ MEDAL OF HONOR
Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στον: VICTOR REBENGIUC για την ερμηνεία του στην ταινία:
ΜΕΤΑΛΛΙΟ ΤΙΜΗΣ/ MEDALIA DE ONOARE/ MEDAL OF HONOR

Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας: RUTH NIRERE για την ερμηνεία της στην ταινία:
Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΘΕΟΣ ΕΦΥΓΕ ΤΑΞΙΔΙ / LE JOUR OU DIEU EST PARTI EN VOYAGE / THE DAY GOD WALKED AWAY
Βραβείο Καλλιτεχνικού Επιτεύγματος στην ταινία:
ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ / SARAMEUL CHATSEUMNIDA / MISSING PERSON
Η Κριτική Επιτροπή της Διεθνούς Ομοσπονδίας των Κριτικών Kινηματογράφου (FIPRESCI) απονέμει τα εξής βραβεία:
Για το Επίσημο Διαγωνιστικό Τμήμα στην ταινία:
ΜΕΤΑΛΛΙΟ ΤΙΜΗΣ / MEDALIA DE ONOARE / MEDAL OF HONOR
Για Ελληνική Ταινία στην ταινία:
Ο ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ
Το βραβείο «Ανθρώπινες αξίες» της Βουλής των Ελλήνων, που συνοδεύεται από το χρηματικό έπαθλο των 15.000 ευρώ, απονέμεται στην ταινία:
ΛΙΒΑΝΟΣ / LEBANON
Το βραβείο Κοινού FISCHER του Διεθνούς Διαγωνιστικού τμήματος του 50ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που συνοδεύεται από το χρηματικό έπαθλο των 4.000 ευρώ, απονέμεται στην ταινία:
ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ ΖΩΗΣ / AJAMI
Το βραβείο Κοινού FISCHER του Ελληνικού Προγράμματος του 50ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που συνοδεύεται από το χρηματικό έπαθλο των 4.000 ευρώ, απονέμεται στην ταινία:
ΜΠΙΛΟΜΠΑ
Το βραβείο Κοινού FISCHER του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια του 49ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που συνοδεύεται από το χρηματικό έπαθλο των 3.000 ευρώ, απονέμεται στην ταινία:
ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΤΟΣ / HONEYMOONS
Το βραβείο Κοινού FISCHER του τμήματος DigitalWave του 50ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που συνοδεύεται από το χρηματικό έπαθλο των 3.000 ευρώ, απονέμεται στην ταινία:
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΕΛΒΙΣ
Ειδικό βραβείο τεχνικής αρτιότητας ΕΤΕΚΤ – ΟΤ (Ένωση Τεχνικών Ελληνικού Κινηματογράφου Τηλεόρασης - ΟΤ) απονέμεται στην ταινία:
ΜΕΤΑΛΛΙΟ ΤΙΜΗΣ/ MEDALIA DE ONOARE/ MEDAL OF HONOR
Το βραβείο «Το Σινεμά και η Πόλη» που συνοδεύεται από το χρηματικό έπαθλο των 15.000 ευρώ απονέμεται στην ταινία:
ΤΟ ΑΙΜΑ ΚΙ Η ΒΡΟΧΗ/ LA SANGRE Y LA LLUVIA / BLOOD AND RAIN
Το βραβείο ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (15.000 ευρώ) σε συνεργασία με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, απονέμεται στην ταινία:
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΕΛΒΙΣ
ΚΑΙ ΤΟ 2ο ΒΡΑΒΕΙΟ DIGITALWAVE 09 (10.000 ευρώ), απονέμεται στην ταινία:
ΤΟ ΚΟΥΤΙ
Το βραβείο Crossroads Φόρουμ Συμπαραγωγών, που συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 10.000 ευρώ απονέμεται:
PASQUA σεναριογράφος / σκηνοθέτης Ivan Marinovic, παραγωγός Branislav Srdic, A Atalanta, Σλοβενία – Τσεχία - Μαυροβούνιο
Τα βραβεία BALKAN FUND – ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΕΝΑΡΙΟΥ (10.000 ΕΥΡΩ για κάθε ταινία)
3 ΒΡΑΒΕΙΑ:
MOTHER OF ASPHALT
ROMANIAN SPRING
ORANGE GARDENS

Γιώργος Καλαποθαράκος

PostHeaderIcon Ανταπόκριση απο το 50ο Φεστιβαλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης vol. 7



Το Σάββατο το πρωί, βρέθηκα λιγάκι αργοπορημένος στο Masterclass του Βέρνερ Χέρτζογκ. Με τη βοήθεια των κοριτσιών του γραφείου τύπου (βλέπε Ισαβέλλα), κατάφερα και μπήκα στη κατάμεστη αίθουσα και μάλιστα βρήκα και θέση(!). Ο Χέρτζογκ μίλαγε ακατάπαυστα και με τρομερή ευφράδεια, απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις απροβλημάτιστα και μάλιστα έδειχνε να μην χορταίνει την συναναστροφή του με το κοινό. Το Masterclass ξεκίνησε με την προβολή ενός ολιγόλεπτου αποσπάσματος από την ταινία «Swing Time» (1936) του Τζορτζ Στίβενς με μια σκηνή όπου ο Φρέντ Αστερ χορεύει με τη σκιά του. Με το τέλος αυτού ο σκηνοθέτης δήλωσε «Έπειτα από αυτή τη σκηνή, όλοι θα έπρεπε να πάμε σπίτια μας, να σταματήσουμε το σινεμά για ένα μήνα και να αρχίσουμε ξανά από την αρχή» και λίγο αργότερα «το σινεμά είναι πάνω από όλα ψυχαγωγία και όχι όργανο βασανισμού». Ο Γιώργος Κρασσακόπουλος συνέχισε να απευθύνει ερωτήσεις στον Γερμανό και αμέσως μετά ήρθε η ώρα του κοινού, κάτι που - από ότι φάνηκε - περίμενε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης με ανυπομονησία. Μία από τις ερωτήσεις ήταν πώς μπορεί κάποιος να φτάσει σε ένα υψηλό κινηματογραφικό επίπεδο και να κάνει καλό σινεμά, «Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τις βασικές λειτουργίες της κάμερας, του μοντάζ, τις τεχνικές αφήγησης ή τον τρόπο επεξεργασίας του φιλμ. Αυτά τα μαθαίνεις σε μια βδομάδα, δεν χρειάζεται να πας σε σχολή κινηματογράφου. Τα υπόλοιπα όμως, θα τα μάθετε με τα πόδια. Ο κόσμος αποκαλύπτεται σε αυτούς που ταξιδεύουν πεζοί» δήλωσε όλο νόημα ο Χέρτζογκ.


Λίγο αργότερα βρέθηκα σε ένα καινούριο μπαρ που άνοιξε, κοντά στις αποθήκες του φεστιβάλ με όνομα λογοπαίγνιο μεταξύ «λιμανιού» και «παραδείσου». Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα πολύ προσεγμένο μπαρ με καθαρά ποτά και ωραίο κόσμο. Έπινα τις μπύρες μου λοιπόν και πέρναγα πολύ καλά κι έτσι πέρασε η ώρα πριν το καταλάβω. Πρέπει να ήμουν εκεί τέσσερις με πέντε ώρες, ώσπου ήρθε ένας καλοντυμένος τύπος, με όψη Αζερμπαϊτζανού χωρικού και θολό μάτι και προσπάθησε ευγενικά (βάσει των δικών του δεδομένων) να μου πει ότι είναι ώρα να του «αδειάσω τη γωνιά». Και μιλάμε πραγματικά για γωνιά, ήμασταν στην γωνία της μπάρας και στριμωγμένοι αρκετά που πιάναμε όσο χώρο αναλογεί σε έναν μόνο άνθρωπο. Προφανώς φύγαμε παρότι μας κέρασε κι άλλες μπύρες. Θα μου κάνει πολύ κακή εντύπωση αν τελικά το μπαράκι στη στοά της οδού Ρογκότη επιβιώσει του κουτοπόνηρου ιδιοκτήτη του. Φαντάζομαι δεν θα είμαι ο πρώτος που τον διώχνουν αναίτια αλλά ούτε και ο τελευταίος. Ευτυχώς η βραδιά δεν σταμάτησε εκεί. Αργότερα το ίδιο βράδυ είχε συναυλία των Νεοϋορκέζων «Easy Star All Stars» στο Block 33 αλλά και το πάρτυ που προσωπικού του Φεστιβάλ στην αποθήκη Γ.Το πάρτυ ξεκίνησε με τη συναυλία των DeNiros και αργότερα κατακλίστηκε από κόσμο. Αυτό το event ήταν απαραίτητο γιατί τα περισσότερα παιδιά του Φεστιβάλ πραγματικά κουράστηκαν αυτό το δεκαήμερο, και πολλοί από αυτούς δουλεύουν εθελοντικά και η πληρωμή τους να είναι μια πολύ δυνατή εμπειρία, οι γνωριμίες που κάνουν αλλά και αυτό το πάρ

PostHeaderIcon Ανταπόκριση απο το 50ο Φεστιβαλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης vol. 6



Η Παρασκευή περιλάμβανε πολύ Τζέρεμι Τόμας. Αρχίσαμε με το Masterclass του, στο οποίο ο πολύ πετυχημένος χολιγουντιανός παραγωγός μας εξέθεσε τις απόψεις του για το σινεμά και την εμπειρία της δημιουργίας μιας ταινίας από τη θέση του παραγωγού. Ο Τόμας ξεκίνησε λέγοντας «Από μικρός ήθελα να γίνω σκηνοθέτης όπως ο πατέρας μου. Όταν έπιασα στα χέρια μου το σενάριο του «All The Little Animals» δεν μπορούσα να αφήσω κάποιον άλλο να το σκηνοθετήσει. Οι κριτικές ήταν τιμωρία για εμένα, με κατηγόρησαν για ματαιοδοξία και μου συνέστησαν να μην ασχοληθώ ξανά με τη σκηνοθεσία, όμως δεν θα το βάλω κάτω, δεν θα κρίνω την ταινία μου με οικονομικούς όρους και θα σκηνοθετήσω κι άλλη ταινία.» Από πολύ μικρή ηλικία άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με τον κινηματογράφο αλλά πολύ αργότερα ξεκίνησε να βγάζει λεφτά από αυτό, ήταν η επιτυχία του «Καλά Χριστούγεννα Κύριε Λόρενς» που του άνοιξε τον δρόμο προς την παραγωγή ταινιών και κατέληξε να κερδίσει το βραβείο Όσκαρ για την παραγωγή του «Μικρού Αυτοκράτορα» του Μπερτολούτσι. «Ταξιδεύω πολύ ανά τον κόσμο ψάχνοντας ενδιαφέρουσες ιστορίες και τοποθεσίες. Πλέον όμως δεν υπάρχουν πολλές πρωτότυπες ιδέες, το 90% του Box Οffice από το 2000 και μετά είναι σίκουελ και διασκευές» είπε χαρακτηριστικά ο Τόμας. Ο Αμερικανός παραγωγός, στην πολυετή καριέρα του έχει κάνει παραγωγές σε πολύ σημαντικές ταινίες όπως το «Bad Timing» του Nicolas Roeg, το «Crash» του David Cronenberg, το «Brother» του Takeshi Kitano και ετοιμάζει τις καινούριες ταινίες του Terry Gilliam και Takashi Miike, «The Man Who Killed Don Quixote» και «Thirteen Assassins» αντίστοιχα. Το ίδιο βράδυ υπήρξε η επίσημη τελετή βράβευσης του Τόμας στο Κινηματογράφο Ολύμπιον, όπου ο πρόεδρος του Φεστιβάλ Γιώργος Χωραφάς αλλά και η διευθύντρια Δέσποινα Μουζάκη βράβευσαν τον διάσημο κινηματογραφικό παραγωγό με τον Χρυσό Αλέξανδρο και εν συνεχεία προβλήθηκε η νέα ταινία του Τζον Άμιελ «Creation» της οποίας την παραγωγή έχει επιμεληθεί ο βραβευμένος παραγωγός.



Επίσης την ίδια ημέρα πρόλαβα και είδα μια από τις πιο χαρακτηριστικές ταινίες του τμήματος Focus που φέτος η θεματολογία του είναι «Post-Romance», την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Ολλανδέζας Ούρσουλα Αντόνιακ «Nothing Personal». Μια κοπέλα μόνη της διασχίζει περπατώντας την επαρχία της Βόρειας Αγγλίας και γεύεται τη χαρά της μοναξιάς της. Κάποια στιγμή φτάνει σε ένα ονειρεμένο μοναχικό σπίτι δίπλα σε μια λίμνη και αποφασίζει να το προσεγγίσει. Εκεί βρίσκει έναν επίσης μοναχικό άντρα που θα της προσφέρει ένα πιάτο φαί σε ανταπόδοση των κηπουρικών εργασιών της. Με τον καιρό δημιουργείται μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους. Ο ένας δεν γνωρίζει το όνομα του άλλου και κανείς δεν κάνει προσωπικές ερωτήσεις. Η ανθρώπινη φύση όμως δύσκολα νικιέται και παρόλη την προσπάθειά τους υποτάσσονται στις ανθρώπινες ανάγκες τους. Η Αντόνιακ διατηρεί αργούς ρυθμούς που εξυπηρετούν την πλοκή της ταινίας και αφηγείται την ιστορία της σε μια αντίστροφα χρονικά δομή μιας σχέσης.

Γιώργος Καλαποθαράκος

PostHeaderIcon Ανταπόκριση απο το 50ο Φεστιβαλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης vol. 5



Η Πέμπτη ξεκίνησε με το Masterclass του Γκόραν Πασκάλιεβιτς το οποίο ο ίδιος ο σκηνοθέτης το αποκάλεσε «συζήτηση» αποποιούμενος την επίσημη ονομασία του προγράμματος. Στη συνέχεια τόνισε το πόσο σημαντικό είναι το φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης στην κινηματογραφική του καριέρα, τις ταινίες του τις παρουσιάζει πάντα στο φεστιβάλ και έχει διατελέσει και πρόεδρός του. Άλλωστε ο παππούς του ήταν Έλληνας από τη Θεσσαλονίκη με το επίθετο Πασχάλης και έτσι προέκυψε το Πασκάλιεβιτς.
Αργότερα πρόλαβα και είδα την πιο χαρακτηριστική ταινία του Πάσκάλιεβιτς, την «Πυριτιδαποθήκη» («Bure Baruta») στην οποία όντος ο σκηνοθέτης δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Θυμίζει τον κινηματογράφο του Ταραντίνο αλλά γυρισμένο στο Βαλκάνια, έχει τρισδιάστατους χαρακτήρες και θίγει προβλήματα που απασχολούν την κοινωνία γενικότερα μέσα από ένα βαλκανικό πρίσμα.

Τρέχοντας να αλλάξω αίθουσα και να προλάβω να δω και το «Θέλει Εξάσκηση» («Easier With Practice») του τμήματος Focus. Η ταινία του Κάιλ Πάτρικ Αλβάρεζ είχε συζητηθεί πολύ στα καφέ του φεστιβάλ και όλοι περίμεναν την προβολή της. Έχει να κάνει με έναν νεαρό συγγραφέα ο οποίος μαζί με τον αδερφό του, θα γυρίσουν με το αυτοκίνητό τους διάφορες πόλεις της Αμερικής για να παρουσιάζουν το πρώτο του βιβλίο. Κάποια στιγμή όταν ο Ντέιβι (ο νεαρός συγγραφέας) είναι μόνος του στο δωμάτιο, το τηλέφωνο χτυπάει και μια άγνωστη του προτείνει να κάνουν τηλεφωνικό σεξ. Αυτό θα συνεχιστεί για αρκετό καιρό και μια ιδιαίτερη σχέση θα ξεκινήσει με απρόσμενες συνέπειες. Μια πολύ καλή προσπάθεια του Αλβάρεζ που με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία κατορθώνει και παίρνει πολύ θετικές κριτικές και προβάλλεται σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο.







Στις οκτώ και μισή το βράδυ ξεκίναγε η Τιμητική Εκδήλωση για τον Γκόραν Πασκάλιεβιτς, στο Ολύμπιον όπου ο πρόεδρος του Φεστιβάλ Γιώργος Χωραφάς του παρέδωσε τον Χρυσό Αλέξανδρο. Ο Χωραφάς μαζί με την διευθύντρια του Φεστιβαλ Δέσποινα Μουζάκη, ευχαρίστησαν τον σκηνοθέτη για το έργο του και του ζήτησαν να συνεχίσει την καλή δουλεία αφού περιμένουν πολλά από αυτόν και ο σκηνοθέτης ανταπέδωσε. Ευχαρίστησε τους ηθοποιούς με τους οποίους έχει συνεργαστεί σε αυτές τις δεκαπέντε ταινίες του και ειδικότερα αυτούς που βρίσκονταν μαζί του στη Θεσσαλονίκη για την προβολή της νέας του ταινίας «Ταξίδια Του Μέλιτος» («Honeymoons»). Αμέσως μετά ξεκίνησε η προβολή μιας παλαιότερης μικρού μήκους ταινίας του «Ο Κύριος Χράστκα» και έπειτα η πρεμιέρα της νέας του ταινίας.

Αργότερα το ίδιο βράδυ στην πιο άβολη αίθουσα του Φεστιβάλ (Φρίντα Λιάππα) ξεκίναγε άλλη μια ταινία του τμήματος Focus, η νέα ταινία του Ούγγρου Γκιόργκι Πάλφι «Δεν Είμαστε Φίλοι» («Nem Vagyok A Baratod»). Είναι η Τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του ταλαντούχου Πάλφι ο οποίος έχει προβάλει και τις τρείς ταινίες του στο Φεστιβάλ. Όπως δήλωσε κι ο ίδιος πριν την έναρξη της προβολής, αυτή η ταινία του δεν έχει να κάνει ούτε με την πρώτη του τον «Λόξυγκα» («Hukkle)» ούτε όμως και με την δεύτερη το «Taxidermia».» Πλέον ο καθένας μπορεί να γυρίσει τη δική του ταινία, έτσι κι εγώ αποφάσισα να γυρίσω μια ταινία χωρίς μπάτζετ, με μια ψηφιακή μηχανή και ερασιτέχνες ηθοποιούς.» είπε χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης. Προηγήθηκε μια μικρού μήκους ταινία με τον ίδιο τίτλο η οποία είχε γυριστεί εξολοκλήρου σε ένα νηπιαγωγείο και κατέγραφε μια μέρα τετράχρονων αγοριών και κοριτσιών και τις συναναστροφές τους. Η μεγάλου μήκους ταινία του είχε να κάνει με διάφορους χαρακτήρες και τους χωρισμούς τους. Ήταν ένα Love Story αλλά με θέμα το χωρισμό. Πολύ καλά γυρισμένο με έντονες εικόνες αλλά και με τους ηθοποιούς να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Σε πολλά σημεία μου θύμισε το αμερικάνικο «Your Friends And Neighbors» του Νιλ Λαμπιούτ ειδικότερα στις κυνικές καταστάσεις που τοποθετούσε τους ήρωές του αλλά και στο καυστικό του χιούμορ. Ο Πάλφι απέδειξε ότι και χωρίς χρήματα θα τα καταφέρει να γυρίσει μια αξιοπρεπή ταινία. Ταυτόχρονα όμως, σε εμάς τους υπόλοιπους έκανε εμφανές το ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να βγάλει καλό αποτέλεσμα ο οποιοσδήποτε πιάσει στα χέρια του μια κάμερα.

Γιώργος Καλαποθαράκος
Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

PostHeaderIcon Ανταπόκριση απο το 50ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης... vol.4


Την Τετάρτη τα πρώτα σημάδια κόπωσης άρχισαν να εμφανίζονται. Η πρώτη ταινία της ημέρας που κατάφερα να πάω ήταν στις τέσσερις – ενώ οι προβολές ξεκινάνε από τις έντεκα(!). επέλεξα να δω άλλη μια ταινία του Βέρνερ Χέρτζογκ, αν και αυτή τη φορά, μάλλον δεν ήταν απόλυτα δική μου η επιλογή απλά δεν βρήκα εισιτήρια για την προβολή που ήθελα. Είδα το «Αίνιγμα του Κάσπαρ Χάουζερ» («Every Man for Himself and God Against All»), μία ταινία εποχής που αν και δεν με εντυπωσίασε με έβαλε σε προβληματισμό. Καταρχήν θέλω να πω πως ο Πάρκ ΤσανΓουκ σίγουρα είχε δει αυτή την ταινία πριν γράψει το “Old Boy”. Ο Κάσπαρ έχει γεννηθεί και μεγαλώσει αιχμαλωτισμένος μέσα σε ένα μπουντρούμι. Δεν έχει δει ποτέ του άλλο άνθρωπο, δεν έχει βγει ποτέ από εκεί, δεν ξέρει να μιλάει και καλά- καλά δεν ξέρει να περπατάει. Όπως είναι ανεξήγητος ο λόγος που συμβαίνει αυτό στον Κάσπαρ, το ίδιο ανεξήγητος είναι και ο λόγος που τον απελευθερώνουν και τον αφήνουν σε ένα κοντινό χωριό για να τον περιθάλψουν οι κάτοικοι. Ο Κάσπαρ με τη βοήθεια του δόκτωρ Ντάουμερ θα μάθει και να μιλάει και να γράφει αλλά δεν θα μπορέσει ποτέ και ο ίδιος να δώσει εξήγηση σε αυτό που του συνέβη. Ώσπου μια μέρα, για έναν ανεξήγητο και πάλι λόγο, θα αρχίσουν οι απόπειρες δολοφονίας του Κάσπαρ. Μέχρι που ο Χέρτζογκ θα μας βγάλει από τα διλήμματα στο φινάλε της ταινίας με έναν αρκετά γλαφυρό τρόπο. Δυστυχώς η ταινία διαρκεί πάρα πολύ ώρα με αποτέλεσμα ο θεατής να χάνει τον οποιοδήποτε ενθουσιασμό του έχει προκαλέσει.
Η δεύτερη ταινία της ημέρας ήταν του άλλου μεγάλου τιμώμενου προσώπου του Φεστιβάλ, του Σέρβου Γκόραν Πασκάλιεβιτς. «Επίγειες Μέρες που Γοργά Κυλούν» («These Earthly Days Go Rolling By») του 1979 με πρωταγωνιστή τον Καπετάν Βούκοτιτς, ο οποίος έχει αποσυρθεί πλέον από τις θάλασσες και αποφασίζει να βρει καταφύγιο σε ένα παραθαλάσσιο γηροκομείο. Εκεί θα συναντήσει διάφορους χαρακτήρες ηλικιωμένων ανθρώπων, με ποιο αλλόκοτο όλων τον κύριο που μοιράζονται το δωμάτιό τους. Θα τους πείσει να κάνουν μια μεγάλη πρωτοχρονιάτικη γιορτή και θα δώσει ζωντάνια σε ανθρώπους που σπάνια την βρίσκουν πλέον. Είναι η «Φωλιά Του Κούκου» γυρισμένη όμως σε γηροκομείο!






Στις δώδεκα το βράδυ, στην αίθουσα του Ολύμπιον, για μία μόνο προβολή, είχε την νέα ταινία του Πάρκ ΤσανΓουκ «Δίψα» («Thirst»). Από τις εντεκάμιση ο χώρος αναμονής του κινηματογράφου είχε γεμίσει και η ουρά απλωνόταν προς τα έξω. Ένιωσα ότι ζω την Τελετή Έναρξης (την οποία είχα χάσει). Μόλις άνοιξαν οι πόρτες ο κόσμος άρχισε να συρρέει μέσα και είμαι σίγουρος ότι για άλλη μια φορά, άνθρωποι που είχαν φροντίσει να αγοράσουν εισιτήριο δεν θα βρήκαν να κάτσουν (εάν κατάφεραν να μπουν). Πραγματικά δεν θέλω να γράψω πολλά σχόλια για αυτήν την ταινία. Είναι σε αυτό το είδος ταινιών που όσο λιγότερα ξέρεις τόσο περισσότερο θα την ευχαριστηθείς. Απλά να πω πολύ γενικά ότι έχει να κάνει με βαμπίρ. Εχθές μόλις είδα το «Λίβανος» και έγραφα ότι είναι η καλύτερη ταινία που έχω δει στο φεστιβάλ, όχι πια. Η «Δίψα» του Παρκ είναι πιθανόν η καλύτερη ταινία της χρονιάς. Βέβαια δεν απευθύνεται σε όλους. Εάν είσαι φαν του «Άσε το καλό να μπει» («Let the Right One In») – προσωπικά βαρέθηκα μέχρι αηδίας- πιθανών να μην ενθουσιαστείς με την «Δίψα». Ο Παρκ απογείωσε την θεματολογία «Βαμπίρ / Βρικόλακες» σε άλλο επίπεδο και για άλλη μια φορά έδειξε ότι η πορεία του σύγχρονου σινεμά είναι μία, ο Ασιατικός Κινηματογράφος. Η ταινία του είναι τόσο έξυπνη που και δέκα χρόνια αργότερα να την δει κάποιος για πρώτη φορά, ο ενθουσιασμός του θα είναι ο ίδιος με τον δικό μου σημερινό ενθουσιασμό. Αντάξια μόνο του «Old Boy».

Γιώργος Καλαποθαράκος

PostHeaderIcon Ανταπόκριση από το 50ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης ...vol.3



Η τρίτη μου μέρα στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε με έναν ολόλαμπρο ήλιο και εμένα ορεξάτο και εγκλιματισμένο ότι δεν θα τον ευχαριστηθώ (τον ήλιο) και θα περάσω τη ώρα μου στις σκοτεινές αίθουσες, κάτι που για άλλη μια φορά δεν μετάνιωσα. Αρχικά κατηφόρισα από το ξενοδοχείο στις αποθήκες του Φεστιβάλ για να παρακολουθήσω την αρκετά συζητημένη Αιγυπτιακή ταινία του Διαγωνιστικού τμήματος «Ηλιόπολις» (Heliopolis). Μαζί στην προβολή ήταν ο σκηνοθέτης της Αχμάντ Αμπντάλα και ένας εκ των πρωταγωνιστών, ο Καλέντ Αμπόλ Νάγκα. Πρώτος πήρε το λόγο ο σκηνοθέτης ο οποίος πολύ διακριτικά μας ευχαρίστησε για την παρουσία μας και μας ευχήθηκε καλή προβολή, αντιθέτως ο πρωταγωνιστής του θέλησε να πάρει το λόγο εκ μέρους του και να μας ενημερώσει ότι αυτή είναι μια πολύ ιδιαίτερη προσπάθεια αφού η Αίγυπτος παρότι έχει πολλές εμπορικές παραγωγές, αυτή είναι μια από τις πρώτες προσπάθειες για ανεξάρτητο κινηματογράφο και σε αυτό βοήθησαν όλοι οι συμμετέχοντες. Αμέσως μετά άρχισε η προβολή και μετά από μια ώρα ακόμα δεν είχα καταλάβει που το πήγαινε η ταινία και ποιο ήταν το θέμα της. Μάλλον δεν ήθελα να παραδεχθώ ότι για άλλη μια φορά είχα παγιδευτεί στις φήμες που διαδίδουν διάφορα πηγαδάκια του Φεστιβάλ για «υπέροχες» ταινίες που αποδεικνύονται – με μαθηματική ακρίβεια πλέον – υπερτιμημένες. Η ταινία αφορά σε μια ημέρα της ζωής μερικών εκ των κατοίκων της Ηλιόπολης. Η Ηλιόπολη κάποτε ήταν μια πλούσια γειτονία του Καϊρου όπου είχε κτιστεί κυρίως από Εβραίους και Έλληνες μετοίκους, η οποία πλέον και μετά τη φυγή των ξένων πληθυσμών έχει παρακμάσει. Ο καθένας από τους χαρακτήρες ζει στο δικό του μικρόκοσμο, τη δική του μοναξιά και το μόνο που έχει μείνει για να θυμίζει τη δόξα του παρελθόντος είναι κάποια παλιά κτήρια.

Η επόμενη ταινία ήταν το «Φέρτε και Λίγο Δενδρολίβανο» («Go Get Some Rosemary») των Αδερφών Σάφντι. Ανήκει στο τμήμα «Independence Days» στην ενότητα «Young Americans» που έχει φέτος το Φεστιβάλ. Πρόκειται για τη δεύτερη ταινία των αδερφών οι οποίοι εκτός των άλλων έφτιαξαν την περσινή αφίσα του φεστιβάλ. Ο τριαντατετράχρονος Λένι έχει χάσει την κηδεμονία των παιδιών του και μπορεί να τα βλέπει μόνο δύο βδομάδες το χρόνο και αυτές τις δύο βδομάδες μας παρουσιάζει η ταινία. Ο Λένι αγαπάει πολύ τους γιούς του και μαζί του περνάνε πολύ καλά. Ο εννιάχρονος Σέιτζ και ο επτάχρονος Φρέι όσο είναι με τον πατέρα τους έχουν πολύ περισσότερη ελευθερία και διασκεδάζουν πάρα πολύ. Μόνο που αυτός ο τρόπος ζωής έχει και τα αρνητικά του, αφού ο Λένι πολλές φορές αργεί να τους πάρει από το σχολείο, κάνει παρέα με ανθρώπους όχι κατάλληλους για το περιβάλλον ενός ανήλικου και είναι σχετικά ανεύθυνος. Είναι ο ιδανικός μπαμπάς για τα παιδιά και ο χειρότερος σύζυγος για τη μαμά. Η ταινία ουσιαστικά είναι μια απομυθοποίηση της μποέμικης ζωής, αφού μας δείχνει με γλαφυρό τρόπο ότι εάν αποφασίσεις να κάνεις παιδιά δεν μπορείς να συνεχίσεις σε ένα μοτίβο ζωής που δεν εμπερικλείει ευθύνες για τον εαυτό σου αρχικά αλλά και για τα παιδιά αναγκαστικά. Πρέπει να περιμένουμε αρκετά από τους αδερφούς Σαφντι στο μέλλον αφού και με τις δύο πρώτες ταινίες τους μας απόδειξαν ότι έχουν πολύ καλή επαφή με το κοινό και ακουμπάνε δύσκολα στην επεξεργασία τους θέματα με πολύ χιουμοριστικό τρόπο χωρίς όμως να χάνει η ταινία το ειδικό της βάρος.



Τρίτη ταινία της ημέρας ήταν ο «Λίβανος» («Lebanon») του Ισραηλινού Σαμουέλ Μάουζ. Η ταινία έχει ήδη βραβευτεί με το Χρυσό Λιοντάρι του Φεστιβάλ Βενετίας και φαντάζομαι θα συνεχίσει να βραβεύεται σε όποιο Φεστιβάλ συμμετάσχει. Είναι η πρώτη ταινία μυθοπλασίας του Μάουζ ο οποίος μέχρις στιγμής καταπιανόταν με τα ντοκιμαντέρ. Η ταινία αφορά στην πρώτη μέρα του πολέμου των Ισραηλινών στο Λίβανο. Τέσσερα εικοσάχρονα αγόρια, το πλήρωμα ενός μαχητικού τανκς, περνάνε τα σύνορα και πάνε στη πρώτη γραμμή του πολέμου χωρίς να έχουν προηγουμένως καμία αντίστοιχη εμπειρία. Ένας από αυτούς είναι και ο σκηνοθέτης αφού η ταινία του είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφική. Αρχικά φαίνεται ότι η επιχείρηση που έχουν να κάνουν είναι ρουτίνας, όμως αποδεικνύεται ότι έχουν πέσει σε παγίδα θανάτου. Όλη η ταινία εκτυλίσσεται μέσα στο τανκς με τους τέσσερεις πρωταγωνιστές να θρυμματίζονται ψυχολογικά από τη φρικαλεότητα του πολέμου. Είναι μια ταινία που δεν σου χαρίζεται. Αναπαριστά ρεαλιστικά γεγονότα και ειδικότερα την ψυχολογική βία που δέχονται αυτά τα παιδία. Όπως μας είπε και ο σκηνοθέτης μετά το τέλος της ταινίας, η πρώτη μέρα είναι αυτή που μένει ανεξίτηλη στο μυαλό σου, για τις υπόλοιπες επικρατεί μια θολούρα διότι ο άνθρωπος μπαίνει σε λειτουργία επιβίωσης και δεν μπορεί ο εγκέφαλός να συγκρατεί μνήμες. Ο «Λιβανος» είναι η καλύτερη ταινία που έχω δει μέχρι στιγμής στο Φεστιβάλ και είμαι απόλυτος στο ότι θα είναι από τις καλύτερες ταινίες της σεζόν.

Γιώργος Καλαποθαράκος

PostHeaderIcon Ανταπόκριση από το 50ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης... vol.2


Την Δευτέρα θεώρησα πρέπον να παρακολουθήσω ταινίες του Βέρνερ Χέρτζογκ, εφόσον είναι και το τιμώμενο πρόσωπο του Φεστιβάλ. Πουρνό-πουρνό έτρεξα να δω το αριστούργημά του «Φιτσκαράλντο» και οφείλω να ομολογήσω ότι δεν το μετάνιωσα ποτέ. Πρόκειται για την (εν μέρη) αληθινή ιστορία ενός Ιρλανδού τυχοδιώκτη που στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα πήγε στην Νότια Αμερική να πλουτίσει. Έχει μανία με την Όπερα και ειδικά με τον Καρούζο και ένα από τα πιο τρελά σχέδιά του είναι να φτιάξει την μεγαλύτερη Όπερα στη μέση του Αμαζονίου και να εγκαινιαστεί από τον περίφημο τενόρο. Τα σχέδιά του για να πλουτίσει, εμπεριέχουν και την ανέλκυση ενός πλοίου 300 τόνων πάνω σε ένα λόφο με τη βοήθεια των ιθαγενών. Ο Κλάους Κίνσκι είναι για άλλη μια φορά υποδειγματικός στο ρόλο του και τα μάτια του μπορούν να εκφράσουν ανά πάσα στιγμή τη παράνοια αυτού του ανθρώπου. Η ταινία δεν φτάνει την αρτιότητα του «Αγγίρε» (προηγούμενης ταινία του Χέρτζογκ με τον Κίνσκι) αλλά και μόνο το γεγονός ότι ο Χέρτζογκ για να την γυρίσει δεν χρησιμοποίησε εφέ, αλλά μετέφερε όντος ένα πλοίο στο βουνό, είναι καταπληκτικό!



Η δεύτερη ταινία του που παρακολούθησα ήταν το «Ακόμα και οι Νάνοι Ξεκίνησαν Μικροί». Είναι ένα σουρεαλιστικό εγχείρημα του Χέρτζογκ με πολύ δυνατές εικόνες. Οι νάνοι ενός ιδρύματος εξεγείρονται και καταστρέφουν τα πάντα στο πέρασμά τους με τρομερή μανία. Ο Χέρτζογκ δημιουργεί μια αλληγορία ενάντια στο κατεστημένο, με μια ανοργάνωτη εξέγερση που μόνο θετικές συνέπειες δεν έχει. Οι νάνοι παρενοχλούν τον επιτηρητή τους, ο οποίος είναι κι αυτός νάνος, παρενοχλούν δύο άλλους τυφλούς νάνους και συμπεριφέρονται σαν μάζα που δεν έχει ευθύνες για τις πράξεις της. Καίνε φυτά σκοτώνουν ζώα, βάζουν κόκορες να μονομαχήσουν, αφήνουν ένα αυτοκίνητο του ιδρύματος να πέσει στο γκρεμό. Η επέμβαση της αστυνομίας θα τα αλλάξει όλα αυτά και θα δώσει τέλος στην παράλογη επανάστασή τους. Οι εικόνες του Χέρτζογκ είναι πολύ ενοχλητικές και φροντίζει να τις κάνει ακόμα περισσότερο με τι μουσική που έχει διαλέξει αλλά και με τα συνεχή παρανοϊκά γέλια ενός εκ των πρωταγωνιστών που δεν σου αφήνουν το κεφάλι να ηρεμήσει ακόμα και μετά την προβολή.
Την ίδια μέρα πρόλαβα να πάω και στην τελετή βράβευσης του Αλεξάντρ Ντεπλά. Ο μουσικοσυνθέτης κατά τη διάρκεια της βράβευσης του ήταν αξιοπρεπέστατος. Αστειεύτηκε με το κοινό, δήλωσε ότι αισθάνεται τρομερά τυχερός που λαμβάνει ένα βραβείο με το όνομά του (Χρυσός Αλέξανδρος) και έβγαλε τον λόγο του στα ελληνικά, αφού η μητέρα του είναι Ελληνίδα. Ακολούθησε η προβολή της ταινία «Ο Χτύπος Που Έχασε η Καρδιά Μου» του Οντιάρ σε μουσική του Ντεπλά. Η ταινία αφορά έναν νεαρό ο οποίος αγαπούσε πολύ τη κλασική μουσική αλλά όταν πέθανε η μητέρα του- η οποία ήταν πιανίστα κονσέρτου- σταμάτησε να ασχολείται με το πιάνο και ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του, στα όρια της παρανομίας. Όταν συνάντησε τυχαία στο δρόμο του τον ατζέντη της μητέρας του κι αυτός του ζήτησε να προετοιμαστεί και να έρθει σε μια οντισιόν, η ζωή του άρχισε να αλλάζει. Άρχισε να κατανοεί ότι η ζωή του δεν τον ευχαριστούσε και ότι ήθελε πάντα να ασχοληθεί με το πιάνο. Η μουσική του Ντεπλά είναι εξαίσια και παρότι δεν είναι από τις πιο πρόσφατες ταινίες του, άξιζε να προβληθεί προς τιμήν του καλλιτέχνη.

Γιώργος Καλαποθαράκος

PostHeaderIcon Ανταπόκριση από το 50ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης... vol.1



Η Τρίτη μέρα του Φεστιβάλ ξεκίνησε με το Masterclass του Γάλλου Αλεξάντρ Ντεπλά, τον μουσικοσυνθέτη του πρόσφατου «Ο Χτύπος που Έχασε η Καρδιά μου» (The Beat That My Heart Skipped). Ο Γάλλος έχει συνεργαστεί με μεγάλους σκηνοθέτες όπως o Στίβεν Φρίαρς, , o Φράνσις Βέμπερ, o Ντέιβιντ Φίντσερ. Επίσης συνεργάζεται με τους Τέρενς Μάλικ και του Ρομάν Πολάνσκι για τις αναμενόμενες ταινίες τους «The Tree of Life» και «The Ghost» αντίστοιχα. Ξεκίνησε την συνέντευξή του με τον Γιώργο Κρασσακόπουλο λέγοντας του ότι δεν είχε ποτέ αμφιβολίες για να γράψει μουσική για τον κινηματογράφο αφού αυτόν ήταν που ήθελε πάντα να κάνει, αμφιβολίες είχε για την ορχηστρική μουσική, εκεί ήταν που δεν ήξερε αν θα τα καταφέρει. Κάθε φορά που αναλαμβάνει να συνθέσει μουσική για τον κινηματογράφο παραμένει το ίδιο ενθουσιώδης με την πρώτη φορά. Παραδέχτηκε ότι ακόμα νιώθει αμήχανος και ντροπαλός όταν βρίσκεται απέναντι με προσωπικότητες όπως ο Τζον Γουίλιαμς, ο Αλ Πατσίνο ή ο Τζακ Νίκολσον. Αναφερόμενος στην πολύχρονη συνεργασία του με τον Ζακ Οντιάρ δήλωσε πως «είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης με τον σκηνοθέτη, σου δίνει την ελευθερία να πειραματιστείς και να βγάλεις τον καλύτερο εαυτό σου. Πιστεύω ότι η ευρωπαϊκή μου ευαισθησία προσθέτει αρκετά στοιχεία στο ύφος της μουσικής που γράφω για τις ταινίες». Αναφέρθηκε επίσης στην διαφορά της μουσικής που γράφεται για τις περισσότερες αμερικανικές ταινίες σε σχέση με τις ευρωπαϊκές. «Η μουσική στις αμερικάνικες ταινίες ακολουθεί τη δράση. Τρέχει ο ήρωας τρέχει και η μουσική, ενώ αντίθετα στην Ευρώπη οι μουσικοσυνθέτες προσπαθούν να δημιουργήσουν μια γενικότερη ατμόσφαιρα μέσα στην ταινία διατηρώντας το ίδιο τέμπο , επιχειρούν να μεταφέρουν στην ταινία αυτό που βρίσκεται εκτός πλάνου, αυτό που υπάρχει στο μυαλό των χαρακτήρων». Στο τέλος του masterclass, ο Αλεξάντρ Ντεπλά αποκάλυψε ότι ευχαρίστως θα έγραφε μουσική για ελληνικές ταινίες (λόγω και της ελληνικής του καταγωγής), ωστόσο δεν του έχει ζητηθεί κάποια συνεργασία ακόμη. Ο Ντεπλά έχει προταθεί δύο φορές για Όσκαρ και έχει κερδίσει τη Χρύση σφαίρα για τη μουσική του στην ταινία «The Painted Veil».


Η πρώτη ταινία που παρακολούθησα ήταν «Το Βουνό Χωρίς Δέντρα» (Treeless Mountain) της Αμερικανοκορεάτισας Σον Γιονγκ Κιμ. Η Κιμ θεωρείτε μια από της ελπίδες του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά ιδιαίτερα με αυτή τη δεύτερη ταινία της (κάτι που προφανώς δεν με βρίσκει σύμφωνο). Η ιστορία έχει να κάνει με δύο αδερφές έξι και τεσσάρων χρονών αντίστοιχα, που η μητέρα τους δεν μπορεί να τις κρατήσει και τις αφήνει για λίγο καιρό στην κουνιάδα της σε μια επαρχιακή πόλη της Κορέας. Οι μικρές ζουν με την κακιά τους θεία περιμένοντας την μαμά να επιστρέψει. Και κάπου εδώ σταματάει και η πλοκή. Ότι άλλο συμβαίνει δεν παίζει κανένα ρόλο. Το μόνο που με εντυπωσίασε στην ταινία ήταν οι πολύ καλές παιδικές ερμηνείες και η εμμονή της σκηνοθέτιδος να αφήνει όλη τη δράση της ταινίας εκτός πλάνου και να επικεντρώνεται μόνο στο πρόσωπο της μικρής της πρωταγωνίστριας. Όταν τελείωσε η ταινία η Κιμ έμεινε στην αίθουσα για να απαντήσει σε ερωτήσεις του κοινού και μια από τις ερωτήσεις ήταν «Γιατί δεν εμφανίζονται αντρικές φιγούρες στην ταινία;» Η απάντησή της ήταν ασαφής αλλά μας έδωσε να καταλάβουμε ότι ήθελε να επικεντρωθεί στην σχέση των δύο κοριτσιών, η ταινία της βασίζεται κατά πολύ σε δικά της βιώματα και οι άντρες δεν είχαν βασικό ρόλο. Μου φάνηκε μια ταινία που ναι μεν εκφράζει κάποιες δύσκολες στιγμές που πέρασε ο καλλιτέχνης στη ζωή του και έχει ανάγκη να τις εξωτερικέψει αναζητώντας εξιλέωση, αλλά που ταυτόχρονα δεν υπάρχει λόγος να αφιερώσει ο θεατής δύο ώρες από τη ζωή του βλέποντας δυο μικρά κορεατάκια να ψήνουν ζωντανές ακρίδες και να τις πουλάνε ελπίζοντας να γεμίσουν με κέρματα τον κουμπαρά τους.



Τελειώνοντας η Κιμ μας παρότρυνε να πάμε να δούμε και την ταινία του άντρα της Μπράντλεϊ Ραστ Γκρέι, που παιζόταν αργότερα την ίδια μέρα. Η ταινία λέγεται «Το Κορίτσι Κάνει Μπαμ» (The Exploding Girl). Η προβολή ξεκίνησε με πολλά προβλήματα που οι υπεύθυνοι δικαιολόγησαν λέγοντας ότι «Επειδή η ταινία είναι γυρισμένη σε High Definition μας έχει δημιουργήσει κάποια προβλήματα, όπως καταλαβαίνεται όταν έχει να κάνει με νέες τεχνολογίες είναι αναμενόμενα κάποια προβλήματα(;)». Εδώ κάπου λυπήθηκα τον σκηνοθέτη που έπρεπε να ακούει από επίσημα χείλη ότι στη χώρα μας, ακόμα και στο μεγαλύτερο Φεστιβαλ Κινηματογράφου, είναι αναμενόμενο να μην ξέρουμε να χειριζόμαστε νέες τεχνολογίες…

Όμως, η ταινία άρχισε. Μια νεαρή φοιτήτρια η Ήβη (Ζόι Καζάν) , γυρνάει στο πατρικό της για τις καλοκαιρινές διακοπές. Θα συναντήσει ξανά τον καλό της φίλο Αλ που κι αυτός έχει γυρίσει στο πατρικό του. Το πιο συναρπαστικό σημείο της ταινίας είναι κάπου εδώ, όταν ο Αλ της ζητάει να τον φιλοξενήσουν στο σπίτι τους, αφού οι γονείς του έχουν νοικιάσει το δωμάτιό του σε κάποιον άλλο. Από εκεί και πέρα, δεν συμβαίνει τίποτα. Οι δύο νεαροί περνάνε πολύ χρόνο μαζί και στο τέλος ανακαλύπτουν ότι ταιριάζουν και ερωτικά (συγγνώμη που χαλάω το τέλος αλλά δεν κρατήθηκα). Η ταινία έχει διάρκεια 79 λεπτά και είναι πιθανών να προλάβεις να κοιτάξεις το ρολόι σου πάνω από 79 φορές. Η μόνη ευχάριστή νότα είναι η παρουσία της ταλαντούχας Καζάν η οποία «τυγχάνει» να είναι η εγγονή του Ηλία Καζάν.

Γιώργος Καλαποθαράκος

website

Listen (via e-radio)

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αρχειοθήκη ιστολογίου