Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

PostHeaderIcon Το μήνυμα


Το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά στέκια της πόλης∙ ο Γκάρι φόρεσε καινούριο t-shirt! Συνώνυμο της πρωτοπορίας και πολύ δημοφιλής στην εναλλακτική κοινότητα και στους κύκλους των διανοούμενων ο ήρωάς μας, είναι αλήθεια ότι είχε καιρό να κάνει την εμφάνισή του. Θα αντιληφθούμε καλύτερα πόσο χαροποίησε τους θαυμαστές του η είδηση της νέας του κίνησης, αν αναλογιστούμε ότι από την τελευταία του έξοδο σε γνωστό μουσικό μπαράκι, όπου φόραγε το ίδιο t-shirt που συνήθιζε να φοράει πάντα τα προηγούμενα χρόνια, μέχρι σήμερα αρκετές βδομάδες ή και μήνες μετά, η προσέλευση του κόσμου στα εναλλακτικά στέκια μειώθηκε αισθητά, κατά κοινή ομολογία.

Απόψε όμως, τα πάντα μοιάζουν γιορτινά. Σε όλα τα ψαγμένα, όπως λέγονται στην καθομιλουμένη, μπαρ του κέντρου επικρατεί το αδιαχώρητο. Πηγαδάκια έχουν στηθεί στα παρακείμενα στενά και στους πεζόδρομους, με αποκλειστικό θέμα συζήτησης την πολυαναμενόμενη επανεμφάνιση. Οι περισσότεροι αναρωτιούνται πιο μαγαζί θα επιλέξει ο Γκάρι για αρχή. Κάποιοι πιο επιφυλακτικοί, εκφράζουν αμφιβολίες και ισχυρίζονται ότι οι φήμες είναι ανυπόστατες. Αν όντως, απορούνε, κάποιος είδε το ολοκαίνουριο t-shirt, δεν θα είχε δει και το μήνυμα; Οι απαντήσεις πολλές και διάφορες και σαν τις σταγόνες της πρωινής βροχής ποτίζουν το χώμα της προσμονής, τρέφοντας παράλληλα και τα ζιζάνια της αμφισβήτησης.

Πολλές και οι αναμνήσεις σχετικά τις εκδηλώσεις με τις οποίες συνέδεσε τη δράση του ο Γκάρι, κάπως αντικρουόμενες μεταξύ τους είναι η αλήθεια. Πολλοί θυμούνται πως η πρώτη θριαμβευτική του παράσταση έλαβε χώρα, όταν τον πέταξαν σχεδόν αναίσθητο από κάποιο μπαρ, άγνωστο ποιο, τύφλα στο μεθύσι, μ’ ένα t-shirt που έγραφε: «τα νυχτερινά μαγαζιά σερβίρουν αλκοολούχα ποτά». Άλλοι αρνούνται κατηγορηματικά αυτή την εκδοχή και μάλιστα εκφράζουν απόψεις με κοινή συνισταμένη την παραδοχή ότι ο Γκάρι δεν έχει συμπεριλάβει ποτέ λέξη, φράση ή μορφή κειμένου σε κάποιο από τα κοντομάνικα μπλουζάκια του. Βέβαια αυτές του είδους οι εκτιμήσεις συναντούν συχνά τη χλεύη και το σαρκασμό, καθώς κάποιοι επικαλούνται σίγουρες πηγές, σύμφωνα με τις οποίες το πρώτο, βασικό μήνυμα με το οποίο καθιερώθηκε ο Γκάρι ως πρωτοπόρος σκεπτικιστής, γραμμένο στη φόδρα του σακακιού του, ήταν ένα κείμενο περίπου διακοσίων λέξεων που εξηγούσε και αποδείκνυε με απόλυτη σαφήνεια πόσο μάταιη και μηδαμινής χρησιμότητας είναι η συγγραφή κειμένων – φιλοσοφικών, λογοτεχνικών, δημοσιογραφικών, διαφημιστικών ή όποιας άλλης κατηγορίας – και η αναπαραγωγή τους με οποιοδήποτε τρόπο. Δεν υπάρχει όμως κάποιος που να είχε αποστηθίσει αυτό το κείμενο ώστε αυτή η συγκεκριμένη άποψη να αποκτήσει χαρακτήρα θέσφατου.

Τη γενικότερη σύγχυση έρχονται να επιτείνουν αιρετικοί ισχυρισμοί για την ίδια την ύπαρξη ή μη στην πραγματικότητα του ατόμου αυτού. Δεν έχει εμφανιστεί, λένε ορισμένοι, πουθενά, ούτε σε μία εκδήλωση τέχνης και πολιτισμού, ούτε σε κάποιο χώρο διασκέδασης. Και αν τους ισχυρισμούς αυτούς τους συνοδεύουν ειρωνικά χαμόγελα και χαρακτηριστικές κυκλικές κινήσεις του δείχτη του δεξιού χεριού στο ύψος του δεξιού κροτάφου, οι θύμησες σχετικά με τη μοναδική ίσως εμφάνιση του Γκάρι ως dj, φορώντας κάποιο από τα περίφημα t-shirt που μπορεί να ήταν κιόλας ένα και μοναδικό, συναντούν πολύ θερμότερη υποδοχή. Οι πιο θαρραλέοι μάλιστα δηλώνουν μάρτυρες διηγήσεων από παρευρισκόμενους στο συγκεκριμένο γεγονός και εξηγούν πόσο πρωτοποριακή ήταν η μουσική λίστα που επέλεξε, αφού κατά πάσα πιθανότητα περιείχε ένα επαναλαμβανόμενο τραγούδι καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς. Μερικοί διαφωνούν μερικώς, εκφράζοντας την εντύπωση ότι η εκδήλωση έλαβε χώρα τις πρωινές ώρες, ίσως σε κάποια καφετέρια, κι ότι δεν ήταν ακριβώς μουσικό κομμάτι αυτό που αναπαράχθηκε. Μια παρέα μάλιστα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Γκάρι δεν ήταν παρών στο dj-set, αφού άλλος χειριζόταν την κονσόλα μέσω τηλεφωνικών εντολών του πρωτοπόρου ήρωά μας.

Κανείς πάντως δεν μπορεί να θυμηθεί με ακρίβεια τίποτα, ούτε τι μήνυμα περιείχε έστω το προηγούμενο t-shirt, παρά μόνο ότι επρόκειτο μάλλον για ένα και μοναδικό μπλουζάκι και δημιουργούσε τρομερή αίσθηση. Ήταν εικόνα ή κείμενο; Σε λευκό ή χρωματιστό φόντο; Ομιχλώδες είναι επίσης το χρονικό τοπίο σχετικά με το πότε ακριβώς εμφανίστηκε ο Γκάρι τελευταία φορά, αλλά και με ποια αφορμή. Ακόμα και το πρόσωπο του, δεν μπορεί κάποιος να το ανακαλέσει σαν ξεκάθαρη εικόνα στη μνήμη. Για την ηλικία του δε οι γνώμες διίστανται. Η κυρίαρχη εντύπωση, ιδίως των νεότερων, τον περιγράφει ως αρυτίδωτο νεαρό, ακόμα και έφηβο, αλλά οι εκτιμήσεις των πιο ώριμων τον θέλουν να έχει περάσει τα σαράντα, μπορεί και τα πενήντα.

Με την τροπή που πήρε η αφήγησή μας θα πίστευε κανείς ότι ο Γκάρι ήταν πασίγνωστος στο ευρύ κοινό, κάτι που όμως είναι αρκετά παραπλανητικό. Στην ουσία έχουν ακούσει γι’ αυτόν μόνο οι μύστες της εναλλακτικής κουλτούρας, άνθρωποι που διακηρύττουν συνήθως την καθαρότητα της σκέψης και διεκδικούν για τον εαυτό τους το προνόμιο της δυνατότητας ανάλυσης της πραγματικότητας και ανασύνθεσή της σε πιο περίπλοκες πάντα μορφές. Το καταπληκτικό μάλιστα ήταν ότι η δυναμική πρωτοπορίας του Γκάρι έχει εμπνεύσει αρκετά άτομα (όλους όσους τον γνωρίζουν δηλαδή) με τρόπο που να αποτελούν εν δυνάμει μιμητές του, παρότι οι μελετητές και αναλυτές της δράσης του (επίσης όλοι όσοι τον γνωρίζουν), δηλώνουν ότι το κεντρικό μήνυμα, το απόσταγμα της σκέψης του είναι η άρνηση κάθε μίμησης. Δεν είναι παράξενο λοιπόν να συμφωνούν όλοι αυτοί, αν και η διαφωνία με όλους και με όλα είναι η αγαπημένη τους ενασχόληση, σε ένα πράγμα∙ στην εποχή μας και ειδικά σ’ αυτό το κρίσιμο για τη συνοχή της κοινωνίας διάστημα είναι απολύτως απαραίτητο ένα πρωτοποριακό μήνυμα, ένα νέο μήνυμα κι ο Γκάρι είναι μάλλον ο μόνος που μπορεί να το εκφράσει και να το μεταδώσει. Την αποκλειστικότητα της σωστής αντίληψης και ανάλυσης του όποιου μηνύματος, τη διεκδικεί βέβαια ο καθένας για τον εαυτό του, το μήνυμα όμως πρέπει να εκφραστεί άμεσα, σύντομα, απόψε, τώρα…

Το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά στέκια της πόλης∙ ο Γκάρι είναι νεκρός! Μαζί με την είδηση απλώθηκε στα διάφορα πηγαδάκια η θλίψη, όχι όμως σαν την παγωμένη ανάσα του βοριά που κάνει τα κυπαρίσσια να αναρριγούν και τις λεύκες να ψιθυρίζουν σεβόμενες τη σιγαλιά της νύχτας, αλλά έμοιαζε περισσότερο με το αίσθημα κατάπληξης και φόβου που συνοδεύει την εμφάνιση ενός αγνώστου φωτεινού αντικειμένου στον ουρανό. Σύντομα, η θλίψη και η κατάπληξη έδωσαν τη θέση τους στην περιέργεια γύρω από τις συνθήκες του θανάτου του ήρωα, η οποία περιέργεια ως γνωστόν είναι δυνατότερη κι από την πείνα ορισμένες φορές. Τους ενδιαφερόμενους κατέλαβε μια παράξενη έξαψη, σκεφτείτε ένα χείμαρρο αδρεναλίνης να σαρώνει τις εύλογες, ανθρώπινες απορίες όλων (πως έγινε; ατύχημα; φόνος; αυτοκτονία; που είναι το πτώμα; ποιοι το είδαν; τι θα γίνει τώρα; υπάρχουν συγγενείς;) και να τις ξεβράζει στην ακτή του παραλογισμού ως ένα ενιαίο, απάνθρωπο, αλλά καίριο ερώτημα: «τι μήνυμα περιείχε το t-shirt;».

Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου, φιλτραρισμένες από τα φώτα της πόλης, άρχισαν να υφαίνουν ένα γκρι πέπλο στον ξάστερο ουρανό την ώρα που οι διάφορες φήμες για το θάνατο του Γκάρι σχηματοποιήθηκαν σε μια επιβεβαιωμένη από το αστυνομικό δελτίο είδηση. Αυτή ανέφερε ότι το πτώμα ανδρός, ενήλικα, αγνώστων λοιπών στοιχείων βρέθηκε στη συμβολή των οδών Κ. και Π. στο κέντρο της πόλης. Ο θάνατος προήλθε από πολλαπλά τραύματα στην κοιλιακή χώρα από αιχμηρό αντικείμενο, πιθανότατα μαχαίρι. Το πτώμα βρέθηκε σε ύπτια στάση, γυμνό από τη μέση και πάνω. Όλα τα στοιχεία καταδεικνύουν φόνο, με πιθανότερο κίνητρο τη ληστεία.

Το σούσουρο σιγά σιγά καταλάγιασε και το αναστατωμένο πλήθος πήρε το δρόμο για το τελευταίο καταφύγιο ονείρων που απέμενε, το κρεβάτι. Πλέον όλοι, αφού περιέργως κανείς δεν το αμφισβητούσε σαν γεγονός, ήταν σίγουροι ότι το συγκεκριμένο πτώμα άνηκε στον Γκάρι. Αλλιώς γιατί να μην εμφανιστεί κάπου μέσα στη νύχτα; Φως φανάρι, τον δολοφόνησαν για να του πάρουν το t-shirt και να μην καταφέρει να μεταδώσει το μήνυμα του. Στο μυαλό τους αυτό το μήνυμα φάνταζε μεγαλεπήβολο, ριζοσπαστικό, πιθανότατα το πιο ολοκληρωμένο και σαφές μήνυμα από καταβολής της έννοιας της επικοινωνίας και άρα άκρως επικίνδυνο για το σύστημα και την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.

Στα χρόνια που θα περάσουν η πίστη των μιστών της βιοθεωρίας του Γκάρι στην αλήθεια των διδαχών του θα καταστεί ακλόνητη. Το ίδιο το μήνυμα που δεν κατάφερε να εκφραστεί θα θεωρηθεί τόσο σπουδαίο που κανείς από κει και ύστερα δεν θα αναζητήσει το περιεχόμενό του. Σημασία έχει ότι υπήρχε κάποιο μήνυμα…

Υ.Γ. Καλωσήρθατε στον 21ο Αιώνα και καλή ακρόαση (κάθε Δευτέρα 20:00 – 22:00 στον tripradio)


Γιώργος (g.r.)

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

PostHeaderIcon Πλατειασμοί


Του άρεσε να πηγαίνει στην πλατεία, αργά το βράδυ, να κάθεται σε ένα παγκάκι και να μένει εκεί, μόνος, μέχρι το ξημέρωμα.


Η πλατεία: τετράγωνος άδειος χώρος στο κέντρο της γεμάτης πόλης, στρωμένος με πλάκες -κάποτε λευκές, τώρα υποκίτρινες- με ένα άγαλμα στο κέντρο σαν χάλκινο κατάρτι και παλιά ξύλινα παγκάκια γύρω - γύρω, διάτρητα τείχη αμφίβολης αναπαυτικότητας. Η πλατεία χαρακτηριζόταν κυρίως από αυτό που δεν ήταν (δεν ήταν πολυκατοικία, γήπεδο, εμπορικό κέντρο, λίμνη, όμορφη). Αν την παρατηρούσες από μεγάλο ύψος προκαλούσε την ίδια εντύπωση με τη θέα της κενής θέσης ενός και μόνο σπυριού σε ένα βραστό καλαμπόκι. Η συγκεκριμένη πλατεία ήταν το αποτέλεσμα μισής καλής πρόθεσης.


Αυτός: έφτανε καθημερινά με βήμα αργό από την ίδια πάντα πλευρά του υποκίτρινου τετραγώνου, όταν οι υπόλοιποι επισκέπτες άρχιζαν να αποχωρούν. Οι άλλοι επέστρεφαν στις οικογένειες, στους φίλους, ή στις δουλειές τους. Εκείνος παρέμενε. Ίσως επειδή δεν είχε οικογένεια, ή φίλους, ή δουλειές. Σε κάποιους, που τόλμησαν να τον πλησιάσουν και να τον ρωτήσουν, είπε πως το έκανε επειδή δεν μπορούσε να αφήσει την πλατεία εντελώς μόνη, απολύτως άδεια. Ήταν ένα περίεργο αίσθημα αλληλεγγύης, μονόπλευρης στην πραγματικότητα (άρα όχι αλληλεγγύης), από το οποίο του ήταν αδύνατο φαινομενικά να ξεφύγει.


Καθόταν σε ένα συγκεκριμένο παγκάκι, απέναντι από το άγαλμα του άγνωστου κουστουμαρισμένου επιφανή πολίτη που έστεκε όρθιο στο σημείο που ενώνονταν οι νοητές διαγώνιες του τετραγώνου. Το άγαλμα: αγέρωχο και στολισμένο, από την κορυφή του φαλακρού του κεφαλιού μέχρι τα χάλκινα κορδόνια των χάλκινων παπουτσιών του, με τα δείγματα της εκτίμησης των περιστεριών της πόλης. Ορισμένοι γείτονες οι οποίοι περνούσαν τακτικά από κει, είχαν προσέξει ότι περιστασιακά, ενώ το στόμα του άνδρα κινούνταν, το βλέμμα του στρεφόταν στο παγωμένο μεταλλικό πρόσωπο με τα απογυμνωμένα από κόρες μάτια και υποστήριζαν ότι ο άνθρωπος καθόταν και μιλούσε στο άγαλμα. Είναι όντως ευκολότερο να μιλάς μόνος σου κοιτάζοντας ένα πρόσωπο (από χαλκό ή σάρκα). Ωστόσο, εκείνος, κάποια ατελείωτα βράδια, με φωνή τόσο ήρεμη που, αν ήταν ποτάμι, θα καθρεπτιζόταν πάνω της ανέγγιχτο το φεγγάρι, απευθυνόταν στην πλατεία και σε κανέναν άλλο. Μοιραζόταν τις σκέψεις του και σκορπούσε τις αναμνήσεις του τριγύρω χωρίς να περιμένει καμία απόκριση.


Ήταν εκεί όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έπεφταν και σαν νύχια φωτός έξυναν τα φθαρμένα πλακάκια και οι πρώτοι πρωινοί άνθρωποι εμφανίζονταν στη πλατεία και την διέσχιζαν με γοργό βήμα για να πάνε στις δουλειές τους. Οι πιο παρατηρητικοί και καλοκουρδισμένοι περαστικοί βεβαιώνονταν, από συνήθεια μάλλον παρά από ενδιαφέρον, ότι ο παράξενος εκείνος τύπος είχε περάσει και το προηγούμενο βράδυ στο παγκάκι του. Στη συνέχεια απομακρύνονταν κουνώντας το κεφάλι, έχοντας επαληθεύσει τις προσδοκίες τους και νιώθοντας για κάποιο λόγο περισσότερο ασφαλείς. Τότε, όταν η πόλη ξεκινούσε να παίρνει στροφές, εκείνος ένιωθε ότι το καθήκον του είχε επιτελεστεί. Σηκωνόταν με αργές κινήσεις από το παγκάκι του, έστρωνε το παντελόνι του και έφευγε προς μια άγνωστη κατεύθυνση, στα σπλάχνα της πόλης.


Ίσως να ήταν η αίσθηση κάποιας ανεξήγητης αποστολής, ή χρησιμότητας αυτό που τον κρατούσε εκεί. Η πλατεία δεν μπορώ να γνωρίζω αν τον ευχαρίστησε και δεν είμαι σίγουρος αν άντεχε κιόλας την ολονύκτια μουρμούρα του. Εκείνη, υπέμενε σιωπηλή, μάρτυρας λόγων που κανείς άλλος δεν άκουγε. Μπορεί ο λόγος που έμενε μαζί της να ήταν η αίσθηση της εμπιστοσύνης που του μετέδιδε, ή το ότι ήταν πάντα εκεί για αυτόν. Ίσως να χρειαζόταν κάποιον να τον ακούει, ή να πιστεύει ότι κάποιος τον ακούει. Ίσως να μην ήθελε κανέναν να του αντιμιλά, ή να τον διακόπτει. Εννοείται ότι μπορεί όντως η πλατεία να συζητούσε μαζί του, αλλά, από τη στιγμή που κανείς άλλος δεν βρέθηκε ποτέ τόσο κοντά για να το βεβαιώσει, όλοι να δέχτηκαν το αντίθετο. Αν υποθέσουμε ότι λάμβανε χώρα πραγματική συνομιλία ανάμεσα στις δύο πλευρές, τότε θα ήταν λογικό αυτή να διακοπτόταν απότομα και συνωμοτικά μόλις κάποιος πλησίαζε. Αν δεχτούμε, από την άλλη, ότι υπάρχει αληθινά μόνο αυτό που βλέπουμε και ακούμε, τότε σύμφωνα με τα λίγα που γνωρίζουμε τουλάχιστον, θα είχαμε στην περίπτωση του ανθρώπου αυτού και της πλατείας μια σχέση τίμια, όπου η σιωπή θα δήλωνε από πλήρη κατανόηση και σε κάποιες περιπτώσεις αποδοχή, μέχρι άρνηση και απόρριψη. Θα επρόκειτο τότε για σχέση που, στο μάτι του σκεπτικιστή, θα παρουσίαζε πολλές ομοιότητες με την θρησκευτική πίστη.


Την αλήθεια, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δεν θα τη μάθουμε ποτέ. Ένα πρωί, τον βρήκαν παγωμένο, σε καθιστή θέση, στο παγκάκι όπου τα τελευταία 10 χρόνια περνούσε τα βράδια του. Η αιτία του θανάτου του άγνωστη, όπως και ο προορισμός του. Στα χέρια του κρατούσε ένα σπυρί καλαμποκιού. Οι τσέπες του ήταν άδειες. Κάποιοι περίοικοι που γνώριζαν την συνήθεια του και τον είχαν συνδέσει στο μυαλό τους με τον χώρο, συγκινήθηκαν από την απουσία του και συνέταξαν επιστολές, τις οποίες έστειλαν στον Δήμαρχο, ώστε η πλατεία να πάρει το όνομα του πιστού φύλακα άγγελου της. Ο Δήμαρχος δέχτηκε. Δυστυχώς, το σχέδιο ναυάγησε επειδή κανένας δεν γνώριζε το όνομα του, ή οτιδήποτε άλλο για αυτόν, πέρα από το ότι του άρεσε να πηγαίνει στην πλατεία, αργά το βράδυ, να κάθεται σε ένα παγκάκι και να μένει εκεί, μόνος, μέχρι το ξημέρωμα.

Στο πίσω μέρος της ράχης του ξύλινου παγκακίου, χαραγμένες με ένα παλιό κλειδί βρίσκονται δυο λέξεις. Σκύβοντας και πλησιάζοντας τα μάτια μας κοντά διαβάζουμε: «Ψάξε αλλού». Απομακρυνόμαστε από την πλατεία ελαφρώς απογοητευμένοι..

www.tripradio.gr


Achilles

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

PostHeaderIcon Παραλογιστικό γραφείο


Ο πρωινός αέρας, δροσερός και με τη μυρωδιά της νύχτας ακόμη στην ανάσα του, γλιστρούσε πάνω στο πρόσωπο του Λογιστή διώχνοντας από τα βλέφαρα του τα τελευταία κομμάτια ύπνου που είχαν σκαλώσει εκεί. Περπατώντας μηχανικά, όπως κάθε πρωί, κατευθυνόταν προς το γραφείο του σε ένα τσιμεντένιο κτήριο στο κέντρο μιας τσιμεντένιας πολυκατοικίας. Αν κάθε φορά που έκανε τη διαδρομή από το σπίτι στη δουλειά και αντίστροφα άφηνε πίσω του, σαν σαλιγκάρι ας πούμε, ένα κόκκινο ίχνος, σήμερα, 35 χρόνια εργασίας μετά (μείον σαββατοκύριακα, άδειες και επίσημες αργίες), αυτό που θα βλέπαμε στο δρόμο θα ήταν μια μοναδική γραμμή κόκκινου λογιστικού σάλιου. Μια γραμμή που θα μπορούσε άνετα να ανήκει σε ένα από τα βιβλία που με θρησκευτική ευλάβεια τηρούσε και έκλεινε με αξιοσημείωτη ακρίβεια στο τέλος κάθε μήνα, συμφωνώντας πάντα τα νούμερα με τα νούμερα και τις καταστάσεις με άλλες καταστάσεις. Με σταθερό βήμα έφτασε στην παλιά πέτρινη γέφυρα και ξεκίνησε να τη διασχίζει περνώντας πάνω από το ποτάμι , το όνομα του οποίου ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει. Κάπου στη μέση της γέφυρας, εντελώς ξαφνικά, ένιωσε στο στήθος έναν έντονο πόνο που απλώθηκε με ταχύτητα κεραυνού στους ώμους και τα χέρια του, μουδιάζοντας το σαγόνι του και κόβοντας του την αναπνοή. Με λυγισμένα γόνατα, παραπατώντας, πλησίασε και στηρίχτηκε στην κουπαστή της γέφυρας, προσπαθώντας να επαναφέρει την άνασσα του στον φυσιολογικό της ρυθμό. Γέρνοντας πάνω από το ήρεμο νερό είδε να αντανακλάται εκεί το πρόσωπο του παραμορφωμένο από μια έκφραση που ισορροπούσε μεταξύ πόνου και τρόμου. Οι ρυτίδες στο πρόσωπο του άρχισαν να μπλέκονται με τις αδιόρατες ρυτίδες στην επιφάνεια του νερού και τη στιγμή που ασυναίσθητα ξεκίνησε να μετρά αυλάκια στο μέτωπο του, έχασε τις αισθήσεις του.


Όταν άνοιξε τα μάτια του βρισκόταν στο τιμόνι μιας Ford του 1956 χρώματος φυστικί, παρκαρισμένης στο κέντρο ενός τεράστιου λιβαδιού γεμάτου με μικρά κίτρινα λουλούδια. Αν και ο Ήλιος δεν φαινόταν πουθενά, όλα ήταν λουσμένα στο φως. Στο βάθος του ορίζοντα, το κίτρινο της γης ενώνονταν με το γαλάζιο ενός ουρανού τόσου γυμνού από σύννεφα που θα πρεπε να ντρέπεται. Έμεινε για μερικά λεπτά μέσα στην απόλυτη σιωπή του τοπίου, με τα χέρια γαντζωμένα στο τιμόνι, να κοιτάζει έξω από το παρμπρίζ, με τη ζώνη ασφαλείας φορεμένη, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Κοιτάζοντας τα ρούχα του σχεδόν τρόμαξε. Φορούσε χαβανέζικες βερμούδες με κυρίαρχα χρώματα το κόκκινο και το ροζ σε λευκό φόντο, πορτοκαλί πλαστικες σαγιονάρες στα πόδια, μαύρο επίσημο σακάκι με 3 κουμπιά, λευκό πουκάμισο και μια μαύρη γραβάτα διάστικτη με καλοσχηματισμένα κίτρινα άνθη στο μέγεθος πινέζας. Ενστικτωδώς έψαξε τις τσέπες του σακακιού και στην μέσα δεξιά τσέπη δεν βρήκε τίποτα. Αυτό του φάνηκε περίεργο, επειδή τη μέσα δεξιά τσέπη του σακακιού του, όντως, δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ. Θα μπορούσε άραγε να σημαίνει αυτό ότι και τα υπόλοιπα, όντως συνέβαιναν; Λύνοντας τη ζώνη ασφαλείας τεντώθηκε και άνοιξε το ντουλαπάκι μπροστά στην άδεια θέση του συνοδηγού. Από μέσα έβγαλε ένα πλαστικό κουτί στο μέγεθος, το σχήμα και το χρώμα ροδάκινου, με συνθετικό χνούδι κολλημένο πάνω του. Το κούνησε κοντά στο αυτί του και στη συνέχεια το άνοιξε για να ανακαλύψει ότι περιείχε ένα γυαλιστερό κλειδί αυτοκινήτου. Αφού στριφογύρισε το κλειδί στα δάκτυλα του 5-6 φορές, το έβαλε στη μίζα της Ford, πήρε μια βαθειά ανάσα και το γύρισε. Αντί για ήχο μηχανής που μουγκρίζει καθώς παίρνει μπρος άκουσε κάτι σαν ξεκλείδωμα και αμέσως το καπό του αυτοκινήτου άνοιξε και τινάχτηκε προς τα πάνω, μένοντας έτσι ανοιχτό σαν νεοσσός που περιμένει να τον ταΐσουν.


Διστακτικά, ο Λογιστής κατέβηκε από το φυστικί όχημα και με τα χέρια στη μέση έκανε μια περιστροφή γύρω από τον εαυτό του. Το τοπίο ήταν μονότονο και κίτρινο, τέλειο σαν ψηφιακό wallpaper σε επιφάνεια εργασίας ηλεκτρονικού υπολογιστή. Πουθενά ίχνη από λάστιχα αυτοκινήτου που θα κατέληγαν στη Ford. Mε τα κίτρινα μικρά λουλούδια να του γαργαλούν τα πόδια κατευθύνθηκε στο μπροστά μέρος του αυτοκινήτου για να ρίξει μια ματιά στο εσωτερικό του ανοιχτού καπό. Εκεί τον περίεμενε μια νέα έκπληξη,καθώς αντί για εξαρτήματα μηχανής, καλώδια και σωλήνες είδε να ξεκινούν, από το ύψος του προφυλακτήρα περίπου, πέτρινες σκάλες που, όσο κατέβαιναν, χάνονταν στο σκοτάδι. Χωρίς να σκέφτεται τίποτα πια, πάτησε στον μεταλλικό προφυλακτήρα και μπήκε στο εσωτερικό του αμαξιού, με τα πόδια πια στα πέτρινα σκαλοπάτια. Ξαφνικά, η σκάλα άρχισε να κινείται με μεγάλη ταχύτητα προς τα κάτω σαν να επρόκειτο για κλίμακα σε σούπερ μάρκετ. Κρατώντας την ισορροπία του και μετά από 15 λεπτά καθόδου περίπου, προσγειώθηκε στην αρχή ενός είδους τούνελ σε όλο το μήκος του του οποίου κινούταν και ξεμάκραινε ένας κυλιόμενος διάδρομος. Το τούνελ έμοιαζε σκαμμένο στη γη και φωτιζόταν από κάποιου είδους λευκά φωσφορίζοντα πετρώματα στα τοιχώματα του. Πήδηξε πάνω στον κυλιόμενο διάδρομο. Όσο κινούνταν, η λάμψη γινόταν πιο έντονη και η ανυπομονησία του μεγαλύτερη, παρόλο που δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι μπορούσε να βρίσκεται στην άλλη άκρη.


Για λίγο έχασε την αίσθηση του χρόνου και αφέθηκε υπνωτισμένος στο λευκό φως γύρω του, για να συνέλθει λίγο πριν φτάσει στο τέλος του τούνελ. Ο διάδρομος τον οδήγησε και τον άφησε μπροστά σε μια κλειστή ξύλινη πόρτα. Χτύπησε δυο φορές και μετά γύρισε το χερούλι και μπήκε μέσα σε ένα δωμάτιο, ακριβές αντίγραφο του λογιστικού του γραφείου. Άφησε την πόρτα να κλείσει πίσω του. Όλα ήταν όπως τα είχε αφήσει την προηγούμενη, όταν έφυγε για να πάει σπίτι. Προχώρησε σαστισμένος και κάθισε στην καρέκλα. Στην δική του καρέκλα! Ούτε ίχνος από χαρτί δεν υπήρχε πάνω στο παμάλαιο μαονένιο γραφείο. Τράβηξε τα συρτάρια και τα βρήκε τελείως άδεια. Τινάχτηκε πάνω και έτρεξε στις ντουλάπες γύρω του. Άδειες και αυτές! Το ρολόι πάνω από την πόρτα έδειχνε 8, την ώρα που έφτανε συνήθως στο γραφείο. Έμεινε ακίνητος για αρκετή ώρα να παρατηρεί το ρολόι που έδειχνε πάντα 8. Άρχισε να πανικοβάλλεται. Πήγε στο παράθυρο και από κεί είδε ένα απέραντο κίτρινο λιβάδι με μια παλιά Ford παρκαρισμένη στο κέντρο του. Στο τιμόνι μπορούσε να διακρίνει μια φιγούρα που έμοιαζε με τη δική του. Τινάχτηκε να ανοίξει την πόρτα μα την βρήκε κλειδωμένη. Το παράθυρο ήταν επίσης μαγκωμένο. Προσπάθησε να σπάσει το τζάμι με έναν πυροσβεστήρα άλλα ήταν σαν να χτυπάει γρανίτη με μια γομολάστιχα.


Αποκαμωμένος επέστρεψε και κάθισε πάλι στην καρέκλα του γραφείου. Στήριξε το κεφάλι του στο δεξί χέρι και φέρνοντας στη μνήμη του όλα όσα συνέβησαν νωρίτερα κατέληγε ξανά και ξανά σε μία μόνο λογική εξήγηση. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο δίπλα του. Τρομαγμένος τσακίστηκε να το σηκώσει. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν μια ζεστή φωνή που τον καλημέρισε και του ζήτησε να ηρεμήσει επειδή «όλα είχαν τελειώσει». Ο Λογιστής άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «Είμαι νεκρός;» ψέλλισε την ερώτηση τρέμοντας. Η φωνή από την άλλη μεριά, μετά από μια παύση 5 δευτερολέπτων, κατά την οποία ίσως χαμογέλασε, με απόλυτη νηφαλιότητα του απαντήσει; «Νεκρός ήσουν μια ζωή. Τώρα, απλώς είσαι και άνεργος». Έπειτα, η γραμμή διακόπηκε και όλα βυθίστηκαν στην αιώνια σιωπή.


Πάνω στο γεφυράκι, ένα γκρι σαλιγκάρι κινούνταν αργά πάνω στο ψημένο από τον χρόνο και τον ήλιο πέτρα, κουβαλώντας την γλοιώδη του ύπαρξη παραπέρα. Κοιτάζοντας από ψηλά, αλλά όχι και πολύ ψηλά, θα μπορούσε κανείς να δει το γυαλιστερό του ίχνος να σχηματίζει δυο λέξεις: Deja Voodoo


Achilles

PostHeaderIcon 9 Vitamins & a party



Σάββατο στις 20 Νοέμβριου και o γνωστός χώρος στην οδό Αγησιλάου που φιλοξενεί το screening room, το Nixon και το Belafonte, θα πλημμυρίσει με ηλεκτρονικές & ακουστικές μελωδίες. Καλλιτέχνες από την Ελλάδα αλλά και άλλα μέρη του κόσμου μας γεμίζουν μουσικά συναισθήματα
Στο screening room παρουσιάζεται για 1η φορά στην Ελλάδα ο Ισλανδός Ruxpin, ο οποίος ταρακούνησε τα νερά της ηλεκτρονικής μουσικής με το περσινό του album «where do we float from here». Στον ίδιο χώρο θα βρίσκεται ο Absent Without Leave -κατά κόσμο Γιώργος Μαστροκώστας- ένας μουσικός με δεκάδες κυκλοφορίες και συνεργασίες με τα μεγαλύτερα ονόματα του εξωτερικού στο χώρο του electronica, showgaze και ambient μουσικής. Πιο πρόσφατη δουλεία του το «faded photographs» που κυκλοφόρησε στις 25 Οκτωβρίου από τη sound of silence. Τη βραδιά στο μοναδικό downtown screening room πλαισιώνουν επίσης ο Chronik ( με το ντεμπούτο άλμπουμ του «I’m a Tree» που κυκλοφόρησε στην ανεξάρτητη Variables). Επίσης ο Aris Forvitinn που θα μας παρουσιάσει ένα audiovisual set με video και μουσική που κυμαίνεται από experimental techno, electronica μέχρι και pop. Τέλος ο κιθαρίστας και συνθέτης Mιχάλης Μοσχούτης aka Kerkville (τον Οκτώβριο του 2010 κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος "Days" από την Triple Bath) δημιουργεί ένα ξεχωριστό κόσμο από ήχους και αρμονίες χρησιμοποιώντας μόνο κιθάρες (κλασική, ακουστική, lap steel, pedal steel).
Η πόρτα του screening room κλείνει πίσω σας, και στο bar του Nixon οι παραγωγοί του trip radio αναλαμβάνουν να φτάσουν στα αυτιά σας οι πιο φρέσκες και ωραίες μουσικές της φετινής χρονιάς αλλά και παλιότερα αγαπημένα τραγούδια. Ταυτόχρονα μπορείτε να απολαύσετε την έκθεση τέχνης και φωτογραφίας με τίτλο «Music Αs A Trip» με εκθέματα των καλλιτεχνών που συμμετέχουν και όχι μόνο.

Λίγα βήματα παρακάτω στο Bellafonte σας ταξιδεύουν από νωρίς μελωδίες από την Αθήνα μέχρι τη Βαρκελώνη. Από εκεί έρχεται για πρώτη φορά στη χώρα μας η κολομβιανής καταγωγής Lucrecia Dalt για να παρουσιάσει από κοντά το εκπληκτικό «Congost» αλλά και παλιότερες δουλειές της. Μαζί και οι Playground Noise, η μπάντα που το Φεβρουάριο του 2010 κυκλοφόρησε το ομώνυμο ντεμπούτο album της από την Inner Ear αποσπώντας πολύ θετικές κριτικές από τον μουσικό τύπο. Πρόσφατα οι Playground Noise εμφανίστηκαν στο Gagarin μαζί με τους Electric Litany αλλά και στην Πάτρα όπου και έκαναν support στον Sivert Hoyem. Για πρώτη φόρα αναλαμβάνουν να μας τραγουδήσουν το υλικό τους ακουστικά. Νωρίτερα το χώρο θα πλημμυρίσουν οι πειραματικοί αυτοσχεδιασμοί των A Thousand Beautifull Women και το ολόφρεσκο υλικό των Vinyl Suicide σε μια από τις πρώτες τους live εμφανίσεις!
Μετά το πέρας των συναυλιών ακολουθεί party και στα decks ανεβαίνουν οι Aeon Flux και Miss Athenes !

Ώρα έναρξης: 20.00
Είσοδος ελεύθερη
Nixon, Αγησιλάου 61Β Κεραμικός


www.tripradio.gr
info@tripradio.gr
Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

PostHeaderIcon And The Fight Continues...

Θυμάστε την εκπομπή Fight Club που είχε πραγματοποιήθει στις 22.10.2010 μεταξύ εμού και του μουσιού Alexgone (UnfaithFool)..Πρίν από μερικές μέρες δημιουργήθηκε μια διαμάχη πάλι μεταξύ μας, που αυτή τη φορά αφορούσε ένα mash up του Phil RetroSpector (White Whispers) Winona-White Room, George Michael-Careless Whisper.Το έβαλα σε μια εκπομπή που άκουγαν (εντελώς συμπτωματικά :P) και τα ωραία ρόζ (δαγκώμενα από κουνούπια) αυτία του κυρίου Αλέξη.Και εκεί ξεκίνησαν πάλι όλα με την αμφισβήτηση της φωνής (μα τι αντιρρήσιας αυτό το παιδί) στο Careless Whisper στο mash up (Μουσικός πουρές). Ξεκίνησαν τα σχόλια του τύπου "Αν αυτός είναι ο George, εγώ είμαι ________(συμπληρώστε το κενό κατα βούληση)". Σήμερα το πρωί και επειδή φυσικά είμαι ανοιχτόμυαλος kind of person, έβαλα να ακούσω προσεχτικά ξανά το song.Και οι αμφιβολίες άρχισαν να με ζώνουν οσάν φίδια.Άρχισα να ψάχνω άλλα κομμάτια από τον ίδιο καλλιτέχνη για να ακούσω τη φωνή του και να συγκρίνω, και έπεσα πάνω σε αυτό : Phil RetroSpector - Bluebird Blackout .Και ήθελα φυσικά να το μοιραστώ με όσους περισσότερους μπορούσα..Άκουσέ το, θα χάσεις αν δεν..Είναι μια ευγενική προσφορά και πρόταση της ημέρας και όχι μόνο.
Εν κατακλείδι, δε ξέρω ακόμα αν παραδέχομαι ότι στο mash up δεν είναι η φωνή του George Michael πρέπει να είμαι σίγουρη 101% και να κρατήσω σε αγωνία τον συνάδελφο..

Music Did Save My Soul, c'mon and save yours!
DeadactiveKoudouna (a.k.a Anna Konda)


Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

PostHeaderIcon GAD: Στη rock λεωφόρο διαμέσου της ηλεκτρονικής παρακάμψεως..


Ένα ακόμα ροκ συγκρότημα που εκπλήσσεσαι όταν μαθαίνεις ότι αποτελείται από Έλληνες. Δεν είναι απλά ότι το ύφος της μουσικής τους δεν χαρακτηρίζεται από κανένα ελληνικό στοιχείο, η παραγωγή τους είναι πολύ προσεκτική και επαγγελματική με αποτέλεσμα να μην(αυτό) περιορίζεται εντός των ελληνικών συνόρων. Η βαθιά φωνή του Ηρακλή Αναστασιάδη σε συνδυασμό με το σκοτεινό ηλεκτρονικό rock σου δημιουργούν την αίσθηση ότι ακούς μια μπάντα αποτελούμενη από μέλη των Mudhoney και των Depeche Mode! Ο δεύτερος δίσκος τους «Perfect Crime» κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2010 και απέσπασε πολύ καλές κριτικές, ενώ το ομώνυμο κομμάτι προορίζεται να γίνει το νέο χιτάκι που θα παίζουν συχνά οι ραδιοσταθμοί rock ρεπερτορίου.

Το 2004 ο Ηρακλής Αναστασιάδης και ο Κώστας Αντωνιάδης αποφάσισαν να φτιάξουν μαζί ένα ηλεκτρονικό κομμάτι, μέσα από αυτή τη συνεργασία κατάλαβαν ότι ταιριάζουν μουσικά και θέλησαν να την επεκτείνουν. Το 2005 λοιπόν σχηματίζονται οι GAD (Generalized Anxiety Disorder) και αρχίζουν να παίζουν σε διάφορες σκηνές. Το 2007 ο πρώτος τους δίσκος «System May Fall» είναι πραγματικότητα και στη μπάντα, πέραν από τον Αντώνη Αντωνιάδη και τον Σπύρο Παπακώτση, προστίθεται και ο Μιχάλης Σεμερτζόγλου. Το «The End Of The Road» γίνεται ραδιοφωνική επιτυχία και μαζί με το γεγονός ότι καταφέρνουν να κάνουν αρκετές ζωντανές εμφανίσεις (συμπεριλαμβανομένης και αυτής μαζί με τους Nouvelle Vague και Chicane) έκαναν τον κόσμο να τους μάθει σύντομα.

Στο καινούργιο album τους συνεργάζονται με τον Κωνσταντίνο Β (είχαν εκφράσει την επιθυμία για μια τέτοια συνεργασία πολύ καιρό πριν) στο κομμάτι «Over The Moon» το οποίο προέκυψε λίγο πιο ηλεκτρονικό από τα υπόλοιπα τους αλλά ταυτόχρονα θυμίζει έντονα τους Puressence. Το «Waves» είναι η μεγαλύτερη ραδιοφωνική επιτυχία του δίσκου, κομμάτι που δεν βγαίνει εύκολα από ελληνικό ροκ συγκρότημα, πλούσιο σε συναίσθημα και ταξιδιάρικο. Το βίντεο του τους δείχνει να περιπλανώνται στο διάστημα τραγουδώντας I love you just the way you are…

Οι GAD είναι μια εναλλακτική μπάντα που όμως κατάφερε να κάνει επιτυχία στον χώρο της όχι επειδή παρουσιάζει κάτι καινοτόμο αλλά επειδή τα μέλη της είναι συνεπείς με τη μουσική που διάλεξαν να ακολουθήσουν, την υπηρετούν πιστά και φαίνεται μάλιστα ότι το κάνουν και με πολλή αγάπη. Νοσταλγικές σύγχρονες φθινοπωρινές μπαλάντες με δικαιολογημένα μεγάλη απήχηση στο νεανικό κοινό από ένα γκρουπ που αποδεικνύει ότι, πέραν από βολονταρισμούς και μεγαλοστομίες περί «μεγάλων και σπάνιων ικανοτήτων των Ελλήνων» - στις οποίες είναι επιρρεπείς τόσοι και τόσοι, από όλους τους επαγγελματικούς χώρους μα και άπαντες τους τομείς της δημοσίας ζωής, του συνόλου του πολιτικού φάσματος μηδέ εξαιρουμένου - πολλές φορές είναι αρκετό για να έχουμε κάτι αποτελεσματικό ως προς τον σκοπό του μα και καλό το να μπορούμε να παίξουμε με αξιοπρέπεια μα και αξιώσεις τους...«αλλόφυλους» στο κατά περίπτωση γήπεδο τους..

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΑΠΟΘΑΡΑΚΟΣ

website

Listen (via e-radio)

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget