Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Οι Playground Noise είναι η απόδειξη ότι η εναλλακτική σκηνή της Πάτρας είναι ακόμα «ζωντανή», αρκετά χρόνια από τότε που οι - κάτι περισσότερο και από καταξιωμένοι πανελλαδικά πλέον φυσικά - Raining Pleasure την έβαλαν στον...rock χάρτη της χώρας. Τον Μάρτιο κυκλοφόρησε το πρώτο album τους με τίτλο το όνομα τους από την εξαιρετικά δραστήρια ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Inner Ear η οποία επίσης εδρεύει στην Πάτρα. Είχε προηγηθεί το καλοκαίρι του 2008 το επτάιντσο single «Sundays»/»Flowers» αλλά βέβαια είναι με την πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά τους που αποκαλύπτεται αληθινά το ταλέντο τους. Ο Βασίλης Σμπήλιας στο τραγούδι και την κιθάρα, ο Τίμων Καρδαμάς στο μπάσο αλλά και την παραγωγή και μίξη του δίσκου, ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος στην κιθάρα, ο Νίκος Ντεντόπουλος στα keyboards, ο Ανδρέας Λαμπρόπουλος στα ντραμς, ο Κωνσταντίνος Παυλόπουλος στην τρομπέτα μα και στην επιμέλεια του artwork του album αλλά και δύο κυρίες, η Σοφία Ιωαννίδη στο τσέλο και η Ειρήνη Βαλαωρίτου στο βιολί, συναποτελούν την ασυνήθιστα - ειδικά για τα ελληνικά δεδομένα - πολυμελή αυτή μπάντα που έχει περάσει από πολλά στάδια και επίσης πολλές διαφορετικές συνθέσεις στα τρία χρόνια ύπαρξης της.

Κάποια από τα παιδιά ήταν φίλοι από παλαιά, κάποιοι άλλοι προστέθηκαν στην πορεία. «Παίζαμε μουσική από παλιά. Κάποια στιγμή για συγκεκριμένους λόγους έπρεπε να αποφασίσουμε αν θα συνεχίσουμε ή όχι. Αποφασίσαμε λοιπόν να προχωρήσουμε» δηλώνουν και στη συνέχεια, στην ερώτηση για την προέλευση του ονόματος Playground Noise, εξηγούν ότι «βρισκόμενοι στο «Χασομέρι», ένα μαγαζί της Πάτρας και πίνοντας μπίρες και κουβεντιάζοντας ο Βασίλης και ο Νίκος σκέφτηκαν πως ο καλύτερος χαρακτηρισμός για αυτό το τσίρκο ήχων και στίχων που βρισκόταν στο κεφάλι μας ήταν η επιστροφή στην παιδικότητα, όχι όμως στην αθωότητα της και μόνον αλλά και στον θόρυβο και στην έντασή της. Κάπου εκεί μας βρήκε το τότε, κάπου εκεί μας βρίσκει και το τώρα». Η μουσική τους αφήνει πολύ μικρό περιθώριο για ελληνικούς στοίχους καθώς είναι εμφανώς επηρεασμένη από τη δεκαετία του ‘90, με έντονη ροπή προς το κιθαριστικό ροκ και τους αργόσυρτους ρυθμούς του shoegaze αλλά έχοντας στη βαλίτσα τους και την ατμοσφαιρική μελαγχολία των Tindersticks, κάτι που υποδηλώνουν η χροιά των φωνητικών αλλά και το βιολί. Δεν διστάζουν να ομολογήσουν ότι «το μόνο εφόδιό μας στη σύνθεση ήταν η επαφή μας με τη μουσική σαν ακροατές. Η φόρμα που ακολουθήσαμε βρισκόταν κάπου μεσα στα λόγια του Lou Reed, του Ian Curtis και του Morrissey...Θα μπορούσαμε να τραγουδούμε σε οποιαδήποτε γλώσσα, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιούμε οποιοδήποτε μέσο, απλά η συγκεκριμένη χρονική στιγμή μας βρήκε κάπου εκεί».

Έχουν την ιδιαιτερότητα να γράφουν πολύ προσωπικά τραγούδια τα οποία εμπνέονται από «όμορφες εικόνες, όμορφα λόγια, όμορφους ήχους αλλά και οτιδήποτε όμορφο μπορείς να συναντήσεις ακόμα και στην ασχήμια». Ένα από τα τραγούδια του δίσκου τους που προσωπικά αγαπώ περισσότερο είναι το «6» ή αλλιώς «Night-Blooming Cereus». Μου αποκάλυψαν το πώς προέκυψε «είναι ένας κάκτος μπροστά από το παράθυρο του Τίμου που τα άνθη του εμφανίζονται τη νύχτα και μαραίνονται την ημέρα. Αυτή ήταν η έμπνευση για το συγκεκριμένο κομμάτι» και γενικά για τα τραγούδια τους λένε ότι «είναι μια καταγραφή μικρών καθημερινών ιστοριών, ανθρώπινων, μα πολύ ανθρώπινων ιστοριών». Το «Distance» είναι ίσως το πρώτο hit - αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτό τον όρο...- του δίσκου και όχι άδικα, αυτές τις ημέρες ολοκληρώθηκε και το video clip του που σκηνοθέτησε ο...ντράμερ τους, ο Ανδρέας Λαμπρόπουλος. Έχουν μείνει αρκετό καιρό εκτός συναυλιών λόγω στρατιωτικών υποχρεώσεων του Τίμου αλλά πλέον είναι έτοιμοι να αναπληρώσουν τον χαμένο χρόνο μέσα στο καλοκαίρι με πρώτη από τις επόμενες εμφανίσεις τους, μαζί με τους Modrec και τις Berlin Brides, στις 26 Ιουνίου στην πλαζ του ΕΟΤ στην Πάτρα. Όσοι τέλος θέλουν να πάρουν μια γεύση από τη μουσική τους πριν αποφασίσουν να αποκτήσουν το CD τους ή και να τους δουν live μπορούν να το κάνουν στοwww.myspace.com/playgroundnoise.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΑΠΟΘΑΡΑΚΟΣ

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

PostHeaderIcon Everybody be cool this is a...


Μπήκε στο κατάστημα με τους γιακάδες του μπουφάν του σηκωμένους. Στήθηκε σαν να μην τρέχει τίποτα στην ουρά, πίσω από μια γριά με ένα μικρό μαύρο δερμάτινο πορτοφόλι στο αριστερό της χέρι. Με το δεξί κρατούσε κοντά της ενα 5χρονο άγορι. Ο μικρός χάζευε τις γαλάζιες φλέβες στο χέρι της γιαγιάς, καθώς σχημάτιζαν στο δέρμα της παραπόταμους και δέλτα πριν χαθούν ορμητικές κάτω από το μανίκι της. Ο πιτσιρίκος εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκε για δυο πράγματα: Πρώτον, αν κλείνοντας τα μάτια θα μπορούσε να ακούσει το αίμα της γιαγιάς του να κυλάει στις φουσκωμένες της φλέβες και δεύτερον για τον λόγο που ο κύριος με τους ανασηκωμένους γιακάδες που στήθηκε πίσω τους στην ουρά ίδρωνε τόσο και κοιτούσε νευρικά αριστερά δεξιά σαν να φοβόταν μη τον χτυπήσει κάποιο αυτοκίνητο. Εκείνος αντιλήφθηκε ότι ο μικρός τον είχε καταλάβει. Προσπάθησε να κρύψει τον πανικό του πίσω από ένα στραβοχυμένο χαμόγελο που πρόχειρα σχημάτισε στο πρόσωπο του και την ίδια στιγμή με σχεδόν τρεμάμενο χέρι ανακάτεψε άτσαλα τα μαλλιά του αγοριού που δεν έλεγε να σταματήσει να τον κοιτάζει στα μάτια. Η γιαγιά που έπιασε την κίνηση, γύρισε να κοιτάξει τον ξένο και εισέπραξε και αυτή ένα στραβοχυμένο χαμόγελο ως χαιρετισμό, συνοδευόμενο από μια ελαφριά κλίση της κεφαλής προς τα εμπρός.

Η ουρά προχώρησε κατά ένα άτομο. Δυο βήματα εμπρός για όλους και στο μυαλό του ήρθαν εικόνες από κατάδικους που έσερναν τα δεμένα με αλυσίδες πόδια τους προς το τραπέζι όπου δεσμοφύλακες θα σημάδευαν για πάντα το χέρι τους με τον αριθμό που θα ταν στο εξής το όνομα τους. Κοίταξε κάτω για να βεβαιωθεί. Βεβαιώθηκε. Ούτε ίχνος από αλυσίδες. Πλησίαζε η ώρα που θα έπρεπε να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι για να αλλάξει την μοίρα του. Σχεδίαζε την ημέρα αυτή με μεγάλη σοβαρότητα και για ολόκληρες εβδομάδες. Τις τελευταίες νύχτες δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Έβλεπε εφιάλτες ότι την τελευταία στιγμή όλα πήγαιναν στραβά και ότι όλες του οι ελπίδες έπεφταν σε μια σκούρα μπλε άβυσσο σαν σιδερένια μπάλα δεμένη στο πόδι του. Ξανακοίταξε κάτω. Ούτε τώρα. Σύρθηκε άλλη μια θέση μπροστά, καθώς ένας χοντρός κύριος που μόλις είχε εξυπηρετηθεί περνώντας από δίπλα του έβγαζε ένα πούρο από την εσωτερική τσέπη του γκρίζου σακακιού του και το έβαζε στο στόμα του. Η χρυσή ζώνη του πούρου γυάλισε στο φως σαν να του έκλεινε το μάτι. Ο χοντρός έσπρωξε την γυάλινη πόρτα, βγήκε έξω και έβαλε στο πούρο φωτιά σαν να το τιμωρούσε που ενθάρρυνε έναν άνθρωπο σαν αυτόν, ο οποίος τώρα απείχε μόλις δυο θέσεις από την κοπέλα στο ταμείο, η μάλλον μια, αφού η γιαγιά και ο μικρός ήταν μαζί.

Πήρε βαθιά ανάσα! Η στιγμή της αλήθειας έφτανε και ο καλπασμός της ακουγόταν στα αυτιά του και έκανε το κεφάλι του να πονά από το σφίξιμο! Έπρεπε να το κάνει, έπρεπε να αποδείξει ότι έχει τη δύναμη. Ότι δεν είναι δέσμιος της συνήθειας. Ότι δεν θα υπακούει για μια ζωή στους ίδιους κανόνες! Καθώς οι μπροστινοί του αποσύρονταν από την σκηνή το εγγονάκι γύρισε το κεφάλι και του έριχνε μια τελευταία ματιά. Ήταν εκεί, στο σημείο μηδέν! Η υπάλληλος του χαμογέλασε και του είπε καλημέρα. Φυσικά, τον γνώριζε καλά. Καιρό τώρα, κάθε μέρα συμμετείχαν στην ίδια χορογραφία οι δυο τους. Οι ίδιες κινήσεις, οι ίδιες εκφράσεις, η ίδια συναλλαγή, ο ίδιος αποχαιρετισμός Ενώ η κοπέλα ξεκίνησε να κάνει αυτό που πάντα έκανε τέτοια ώρα, εκείνος συγκέντρωσε όσα αποθέματα δύναμης είχε και διακόπτοντας την κίνηση της έβγαλε με αποφασιστικότητα από την τσέπη του μπουφάν του ένα διπλωμένο χαρτάκι. Το άφησε μπροστά της και την κοίταξε στα μάτια. Η υπάλληλος πήρε το χαρτί, το ξεδίπλωσε και διάβασε αυτό που και οι δυο τους ήξεραν ότι δεν περίμενε από τον άνδρα απέναντι της. Ψέλλισε κάτι που έμοιαζε με «μα...είστε σίγουρος...; ». Ο τρόπος που την κάρφωνε με τα μάτια ωστόσο, δεν άφηνε περιθώρια! «Και γρήγορα παρακαλώ» της είπε με μια φωνή αλλιώτικη, πιο τραχιά από τη συνηθισμένη του, «και μην κάνεις καμιά εξυπνάδα» συμπλήρωσε, σχεδόν άθελα του. «Μάλιστα κύριε», είπε εκείνη, απόλυτα συνεργάσιμη.

Δευτερόλεπτα αργότερα, ο άνδρας βρισκόταν μακριά και με σκυφτό κεφάλι βάδιζε βιαστικά σε στενά δρομάκια, αφήνοντας την τύχη να διαλέξει τον δρόμο που θα ακολουθούσε. Δεν είχε σημασία τίποτα προς το παρόν. Τα είχε καταφέρει! Έσφιγγε στα χέρια του την σακούλα με την απόδειξη του θάρρους και της ανυποταγης του σε ένα ολόκληρο σύστημα! Ένιωθε πιο ελεύθερος και ήξερε ότι αυτό ήταν μόνο η αρχή! Σε έναν κάδο πιο κάτω πέταξε χωρίς να ανοίξει την σακούλα που του είχε δώσει η υπάλληλος. Ούτε το περιεχόμενο της τον ενδιέφερε. Αυτό που μετρούσε ήταν το ότι μπόρεσε και το έκανε!

Πίσω στον φούρνο, η κοπέλα πήρε στα χέρια της το χαρτάκι που της είχε αφήσει ο παράξενος τύπος και διάβασε για άλλη μια φορά: «Ξέρω ότι κάθε πρωί, την ίδια ώρα, εδώ και δυο χρόνια, αγοράζω 2 κουλούρια. Όχι όμως και σήμερα! Δώσε μου μια τυρόπιτα». Ανασήκωσε τα φρύδια της και αφού τσαλάκωσε το ταλαιπωρημένο κομμάτι χαρτιού το έκανε μια μικρή μπάλα και πέτυχε με αυτό ένα χάρτινο τρίποντο στο καλάθι των σκουπιδιών. Έπιασε ένα πλαστικό βουρτσάκι για να καθαρίσει τον πάγκο από τα ψίχουλα και τα σουσάμια και παρατήρησε ότι οι ψημένοι σπόροι σουσαμιού σχημάτιζαν κάτι παράξενο πάνω στην μαρμάρινη επιφάνεια. Πλησίασε και διάβασε: Deja Voodoo www.tripradio.gr


Achilles

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

PostHeaderIcon A dove...


Ένα περιστέρι. Ολόλευκο. Όσο λευκό μπορεί να είναι δηλαδή ένα πουλί που ανακατεύει καθώς φτερουγίζει μολυσμένο αέρα σαν και αυτόν που απλώνεται χρόνια τώρα πάνω από την πόλη. Άνοιγε δρόμο μέσα από γκρίζα σύννεφα και ρεψίματα από καμινάδες και εξατμίσεις αυτοκινήτων ψάχνοντας με μάτια που έτσουζαν να διακρίνει κάτι που να μοιάζει με τροφή και να είναι και τέτοια.

Απέφευγε τις πλατείες και τους χρυσαφί σπόρους καλαμποκιού που ρίχνουν οι διάφοροι αργόσχολοι και οι συνταξιούχοι που προσπαθούν να εντυπωσιάσουν τα εγγονάκια τους με «μαγικές ικανότητες» που βασίζονται στην πείνα των άλλων. Είχε σιχαθεί και το καλαμπόκι και το στριμωξίδι που έπρεπε να υποστεί για να φτάσει σε αυτό. Θεωρούσε υποτιμητική την πάλη πάνω στις λευκές πλάκες και προτιμούσε να πεινάσει από το να μπλέξει σε άλλη μια καλαμποκομαχία...

Τις τελευταίες μέρες την βόλευε με καρπούς που έβρισκε σε ένα μικρό δέντρο στη γωνία μιας παιδικής χαράς. Κακοσχηματισμένοι καρποί τους οποίους, αν και είχαν πάρει μια παράξενη πικρή γεύση από το καυσαέριο, είναι η αλήθεια, αποφάσισε να επισκέπτεται τακτικά, αφού μετά την πρώτη φορά που τους δοκίμασε δεν έπαθε τίποτα. Τσιμπολογούσε αδιάφορα πάνω σε ένα κλαδί βλέποντας παιδάκια να παίζουν ανόρεχτα σε ένα περιφραγμένο χώρο κάτω από τα κουρασμένα βλέμματα γονιών και παππούδων Σκέφτηκε ότι τα παιδιά είχαν με την παιδική χαρά την ίδια σχέση που είχε το εκείνο με τους καρπούς που πίκριζαν...

Τουλάχιστον εκεί μπορούσε να μείνει ήσυχο στον ίσκιο. Τα πράγματα είχαν γίνει περίπλοκα τα τελευταία χρόνια. Οι άνθρωποι οχύρωναν περβάζια και παράθυρα με συρματοπλέγματα, καρφιά και βελόνες από πλαστικό ή μέταλλο για να διώξουν αυτό και την παρέα του μακριά! Να μην αφήσουν με κανέναν τρόπο να ξεκουράσουν τα φτερά τους εκεί, ή να πλησιάσουν και να κοιτάξουν με τα στρόγγυλα μάτια τους μέσα από το τζάμι τις βαρετές ανθρώπινες ζωές τους. Ακόμη και οι περισσότερες από τις εκκλησίες της πόλης είχαν πρόσφατα εξοπλιστεί με αυτού του είδους την θωράκιση. Το γεγονός αυτό ήταν τουλάχιστον αστείο για ένα -έστω σχεδόν- λευκό περιστέρι, που δεν μπορούσε να μην σκέφτεται ότι κάποιος από τους προγόνους του είχε δανείσει την μορφή του στο Άγιο Πνεύμα, για να μην πούμε τίποτα για το σύμβολο της ειρήνης... Στα μπαλκόνια των μονότονων πολυκατοικιών η ιστορία ήταν ελαφρώς διαφορετική, όχι λιγότερο τρομακτική ωστόσο. Εκεί ζουν κάτι παράξενα πλάσματα που γυαλίζουν και περιστρέφονται γύρω από τον άξονα τους, αλλάζοντας χρώματα. Αιωρούνται μυστηριωδώς χωρίς να χουν φτερά και εμποδίζουν την προσγείωση κάθε είδους πουλιού στο βασίλειο τους. Αλλόκοτα σκιάχτρα, τόσο καλά εκπαιδευμένα που μένουν εκεί όλη μέρα και παραφυλάνε. Θα έλεγε κανείς ότι οι άνθρωποι έχουν επιστρατεύσει κάθε δυνατό μέσο, ξόδεψαν όλη την εφευρετικότητα τους σε μια προσπάθεια να κρατήσουν τα περιστέρια μακριά τους! Αν μπορούσε να μιλήσει την γλώσσα τους, εκείνος, κατά πάσα πιθανότητα, θα τους φώναζε με αγανάκτηση : «Δεν θέλω να σας χέσω!». Έλεος πια! Είχε παραγίνει το κακό...

Αυτά σκεφτόταν Δευτεριάτικα κουνώντας ράθυμα τα φτερά του. Έπειτα του ήρθε στο μυαλό κάτι που είχε συμβεί πριν από μερικές ημέρες. Καθώς καθόταν σε ένα καλώδιο που ένωνε δυο κολώνες της ΔΕΗ, ήρθε και ισορρόπησε δίπλα του ένα άλλο περιστέρι, κάποιος παλιόφιλος τον οποίο είχε να δει καιρό. Ωστόσο, κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του. Πάνω στα φτερά του υπήρχαν κάτι παράξενες μπλε κηλίδες! Ο άλλος κατάλαβε τι σκεφτόταν από το επίμονο βλέμμα του και για να τον βγάλει απ΄την δύσκολη θέση να ρωτήσει, άρχισε να εξηγεί τι είχε συμβεί. Είχε πέσει θύμα σε μια πλατεία ενός μανιακού, ο οποίος αφού προσέλκυσε αυτόν και άλλους σαν και αυτόν με καλαμπόκι έγραψε στα σώματα τους με μπλε μπογιά ένα παράξενο μήνυμα! Ο τύπος έγραφε αυτό που ήθελε και μετά τους άφηνε να φύγουν.

Ο φίλος μας θυμήθηκε τι του είχε πει το περιστέρι με τις μπλε πιτσιλιές ότι είχε γραφτεί πάνω του. Άνοιξε τα φτερά του και πέταξε προς το Θησείο, οδηγημένος από το ένστικτο του. ΄Έφτασε σε ένα μισάνοιχτο παράθυρο. Ούτε ίχνος από καρφιά στο περβάζι. Μουσική έβγαινε από μέσα. Ένιωσε κάπως καλύτερα, ύστερα από μια μέρα γεμάτη θόρυβο. Αποφάσισε να μείνει. Η ώρα ήταν δέκα στον Tripradio… Η εκπομπή Deja Voodoo ξεκινούσε!


Achilles

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

PostHeaderIcon Μπάντα για (αλλά όχι και του...) χαβαλέ!


Μια ελληνική μπάντα που αναμφίβολα ξεχώρισε την εφετινή σεζόν είναι οι Burger Project. Κατάφεραν να αναδειχθούν μέσα από τις ζωντανές εμφανίσεις τους, γεγονός που για τα δεδομένα τις Αθήνας είναι αξιοθαύμαστο όπως άλλωστε είναι και οι ίδιες οι συναυλίες τους. Τουλάχιστον προς το παρόν είναι αυστηρά μπάντα διασκευών, προτιμούν να διασκευάζουν με τον δικό τους τρόπο διάφορα γνωστά τραγούδια παρά να συνθέτουν δικά τους. Ο Al The X-King τραγουδάει και παίζει κιθάρα, ο Cosmic Communist (!) παίζει keyboards, ο General Con Zu κοντραμπάσο και ο Mosch Holiday ντραμς. Τα πραγματικά τους ονόματα προτιμούν να μην τα αποκαλύπτουν δημόσια αν και είναι λίγο - πολύ γνωστά στο κοινό. «Τα ονόματα θα αλλάζουν σε κάθε δίσκο, οπότε δεν έχει σημασία από πού προκύπτουν», δηλώνει ο Al The X-King.

Ξεκίνησαν πριν από τρία χρόνια τις συναυλίες τους ως Burger Project και στα τέλη της περυσινής χρονιάς κατόρθωσαν να κυκλοφορήσουν και τον πρώτο τους δίσκο, το «We Live In Athens». Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η ιστορία που μου αφηγήθηκε ο Al The X-King όταν τους ρώτησα πώς γνωρίστηκαν: «O Mosch Holiday και εγώ ήμασταν στο Λουτράκι με τις κοπέλες μας πριν μερικά καλοκαίρια, εκεί γνωρίσαμε συμπτωματικά τους άλλους δύο της παρέας. Μας ένωσε η κοινή μας ιδέα να ανοίξουμε μια καντίνα σε μιαν απόμερη παραλία όπου να μην πηγαίνει κάποιος από δρόμο αλλά να έχει πρόσβαση μόνο από τη θάλασσα. Κάποιος θα αναλάμβανε το χτίσιμο της καντίνας, κάποιος τα οικονομικά, κάποιος το καραβάκι με το οποίο θα πήγαινε και θα έφερνε τον κόσμο... Είχαμε ένα κοινό όνειρο και στην ουσία φτιάξαμε το συγκρότημα για να καταφέρουμε να επιτύχουμε αυτό τον μακρινό στόχο, την καντίνα. Η καντίνα θα σερβίρει μόνο burgers οπότε το όλο εγχείρημα ονομάστηκε burger project, εξ ου και το όνομα του γκρουπ. Η παραλία θα μείνει μυστική για να μην μας κλέψουν την ιδέα οι μεγαλοκαρχαρίες! Το όνομα της καντίνας θα είναι Xenophone».

Το artwork του δίσκου είναι ένα πολύχρωμο κολάζ με εμφανή τα ίχνη της punk αισθητικής των Sex Pistols. Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την Ελένη Μενεγάκη, τον δήμαρχο Αθηναίων Νικήτα Κακλαμάνη, τον Γιώργο Καρατζαφέρη αλλά ακόμα και τον νυν πρωθυπουργό σε μια... χορευτική φιγούρα! «Είναι άνθρωποι που χαρακτηρίζουν την καθημερινότητά μας στην Αθήνα» λέει ο General Con Zu. Οπως λένε οι ίδιοι, οι διασκευές που κάνουν δεν ακολουθούν μια απολύτως συγκεκριμένη μουσική κατεύθυνση, αλλά κινούνται στον (χαλαρό μα και σαφή) άξονα punk - jazz - latin - ανατολίτικες μουσικές, ανάμεσα τους και από την ελληνική παράδοση - electronica. «Έχει και πολλά ανατολίτικα στοιχεία, θα ακούσεις αμανέδες και ταξίμια παράλληλα όμως έχει και τον rock, ακόμα και τον punk ήχο», όπως ξεκαθαρίζουν και πρόθυμα δια σαφηνίζουν.

Παρ' όλα αυτά όμως στα δισκοπωλεία τους τοποθετούν στα ράφια του rock. Οι επιρροές τους είναι προφανώς τα μουσικά είδη που κυριαρχούν στον τρόπο που παίζουν αλλά στη σχετική ερώτηση μου η απάντησή τους ήταν κάτι παραπάνω και από «γλαφυρή»! «Επιρροές μας είναι ο Γιάννης Γιοκαρίνης, οι 2002 GR, ο Μιχάλης Ρακιντζής, ο Σταμάτης Γαρδέλης στο «Ρόδα, Τσάντα Και Κοπάνα» και τέλος οι jazz ήχοι του Γιώργου Κατσαρού». Χωρίς να μπορούν να σταματήσουν ούτε στιγμή τον χαβαλέ που πάντα κάνουν όταν είναι μαζί, προσπαθούν να εξηγήσουν πώς «στήνουν» μια διασκευή.

«Τα κομμάτια που διαλέγουμε να διασκευάσουμε είναι τέτοια που να έχουν γράψει μια ιστορία στον χώρο τους. Για παράδειγμα, μπορεί να είναι ένα άγνωστο κομμάτι για το ευρύ κοινό αλλά και ιστορικό για τη γενιά του punk. Αναμφισβήτητα πάντως δεν θα είναι ποτέ ένα που έχει περάσει απαρατήρητο. Ειδικά τα κομμάτια που έχουν αφήσει εποχή όπως το «Take My Breath Away» των Berlin (από το soundtrack της ταινίας «Top Gun») που ακουγόταν παντού και όλος ο κόσμος το τραγουδούσε στην εποχή του. H έννοια της διασκευής για εμάς είναι to να παίρνουμε ένα κομμάτι που δεν μας αρέσει απαραίτητα αλλά έχει «ζουμί», τις προϋποθέσεις για να το εξελίξουμε. Κάποια κομμάτια βολεύουν για να τα διασκευάσεις και με κάποια άλλα, όσο και αν το προσπαθείς, το αποτέλεσμα δεν είναι καλό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «Holiday» των Scorpions, το παίζαμε στα live μας για ένα διάστημα αλλά τελικά δεν μας έβγαινε καλά και έτσι δεν συμπεριλήφθηκε στον δίσκο.

Για εμάς επιτυχημένη διασκευή είναι να φέρουμε στην επιφάνεια κάτι που έχει το τραγούδι και δεν φαίνεται στη original εκδοχή του. Παράδειγμα το «The KKK Took My Baby Away» των Ramones που το κάναμε μπαλάντα και βγάλαμε μπροστά τους στοίχους που στην αρχική του εκτέλεση δεν ακούγονται από τη βαβούρα. Το ακριβώς αντίθετο έγινε στο «Take My Breath Away», είναι μια μπαλάντα σε εντελώς μελό ύφος και εμείς το κάναμε πιο rock και με ska απόηχους. Συνήθως οδηγούμε κάθε κομμάτι στους... αντίποδές του».

Οι ζωντανές τους εμφανίσεις είναι ένα θέμα που παίρνουν πολύ στα σοβαρά και δεν αφήνουν καμία λεπτομέρεια στον αέρα για αυτό άλλωστε και όλες τους είναι τόσο επιτυχημένες «Ένα πράγμα που προσπαθούμε να αποφύγουμε στα live είναι το να επαναλαμβανόμαστε, θέλουμε πλουραλισμό και ποικιλία και από ήχους και από ρυθμούς, στα επιμέρους κομμάτια αλλά και στο σύνολο του προγράμματος για να υπάρχει το απροσδόκητο, το στοιχείο της έκπληξης», όπως λέει ο Cosmic Communist. «Προσπαθούμε να μην είμαστε μονότονοι, μπορεί να ξεκινήσουμε από hip-hop και το επόμενο να είναι ένας αμανές και μετά ένα swing, μετά ένα βραζιλιάνικο και στη συνέχεια ένα country. Το θέμα είναι το πως δένουν όλα αυτά και το ωραίο είναι ότι αγγίζουμε όλα τούτα τα είδη χωρίς όμως ουσιαστικά να παίζουμε κάποιο από αυτά».

Για το τέλος αφήσαμε το θέμα των μεταμφιέσεών τους κατά τη διάρκεια των συναυλιών. «Οι μεταμφιέσεις είναι μόνιμες στα live μας, αλλά έχουν και κάποια σημασία. Είναι ένα σχόλιο επάνω στην πραγματικότητα» εξηγεί ο General Con Zu. Η ιδέα να μεταμφιέζεσαι στα live δεν είναι καινούργια αλλά οι Burger Project το κάνουν με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο ο οποίος, για εμένα προσωπικά τουλάχιστον, παραπέμπει στους Village People (εμβληματικό για την gay κοινότητα φωνητικό συγκρότημα της δεκαετίας του '70, κατά τη διάρκεια του εφήμερου αλλά και εκρηκτικού μεσουρανήματος της disco).

«Υπάρχει μια οπτική ομοιότητα με τους Village People όχι όμως και μουσική τέτοια. Είμαστε όμως και εμείς μία gay friendly μπάντα» εξηγεί ο General Con Zu, «απενοχοποιώντας» έτσι την οποιαδήποτε σύγχυση. Όταν τους ζήτησα ένα τελευταίο σχόλιο για να κλείσει η συνάντησή μου απάντησαν με ένα στόμα «Ζήτω η επανάσταση»! Τη μουσική των Burger Project μπορείτε να την ακούσετε και από το Διαδίκτυο και πιο συγκεκριμένα στο www.myspace.com/theburgerproject. Επίσης όμως μπορείτε και να τους δείτε επί σκηνής (κάτι που σαφώς συνιστώ) στις δύο επόμενες συναυλίες τους, μόνους τους στο «K44» στο Γκάζι στις 20 Μαΐου και μετά ως support των Thievery Corporation στις 29 Μαΐου στο θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΑΠΟΘΑΡΑΚΟΣ

website

Listen (via e-radio)

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget