Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Αγάπη Μέρος Α΄

Η 14η Φεβρουαρίου ήταν μια ξεχωριστή μέρα για εκείνον. Όχι φυσικά επειδή ήταν «η ημέρα των ερωτευμένων». Από τη στιγμή που παντρεύτηκε, πριν απο 20 χρόνια, και έπειτα, έβλεπε τον έρωτα να αργοπεθαίνει. Στάθηκε δίπλα του ως το τέλος και όταν πια ο μικρός θεός ήταν νεκρός, τον βαλσάμωσε, έντυσε τη γύμνια του με τα πιο σεμνά ρουχαλάκια (λευκή-μπλε ναυτική στολή και πλαστικό τόξο και βέλη) και τον τοποθέτησε μέσα σε μια βιτρίνα στο σαλόνι, μαζί με τα καλά κρύσταλα και με ένα πλαστικό διάφανο παλούκι στον πισινό του για να στέκεται όρθιος. Έχοντας λειάνει τα αίσθηματα προς τη σύζυγο του από κάθε είδους νεανικό αυθορμητισμό και στραγγίζοντας τα από όλα τους τα υγρά, μπορούσε να κάθεται αμέριμνος απέναντι από την καλογυαλισμένη προστατευτική βιτρίνα και να απολαμβάνει καθημερινά τον καφέ του. Αγαπούσε την γυναίκα του με τον ίδιο τρόπο που αγαπούσε τα αδέλφια και κάποιους από τους φίλους του. Απολάμβαναν ο ένας τις φροντίδες και την τρυφερότητα του άλλου με τη φυσικότητα της συνήθειας των 20 ετών της συμβίωσης τους.

Η 14η Φεβρουαρίου ήταν μια ξεχωριστή μέρα για εκείνον επειδή ήταν η ημέρα των γενεθλίων του. Συγκεκριμένα, εκείνη την χρονιά, η ημέρα των πεντηκοστών γενεθλίων του. Ως ημιαιωνόβιος, ξύπνησε ευδιάθετος και ένα τέταρτο νωρίτερα από ότι συνήθως. Έκανε ένα χλιαρό ντουζ και στάθηκε απέναντι απο τον μισοθολωμένο απο υδρατμούς καθρέφτη τυλιγμένος με την πετσέτα. Αντιμέτωπος με την εικόνα του, άφησε την πετσέτα να πέσει από πάνω του και αφέθηκε να παρατηρεί το σώμα του για μερικά λεπτά. Ο χρόνος είχε σταθεί αρκετά ευγένικός μαζί του. Ωστόσο, οι κάποτε γυμνασμένοι μυς του είχαν χαλαρώσει και η συμπάθεια του προς το φαγητό προδιδόταν από κάποια περιττά κιλά μαζεμένα γύρω από το στομάχι του. Στο πρόσωπο του είδε απο κοντά ρυτίδες σαν φαντάσματα των αγαπημένων του εκφράσεων χαράς, έκπληξης και λύπης να αυλακώνουν το κάποτε λείο και απαλό του δέρμα.

Στραβοχαμογελώντας, τυλίχτηκε με την πετσέτα ξανά. Άπλωσε τον λευκό αφρό ξυρίσματος στα μάγουλα του και έβγαλε από την θήκη ένα καινούργιο ξυραφάκι. Άρχισε να ανοιγει με την κοφτερή λεπίδα δρόμους στο χρώμα του δέρματος του και κάθε τόσο ξέπλενε τις μικροσκοπικές γκριζίμαυρες τρίχες που χάνονταν για πάντα μακριά του. Την ώρα που βρισκόταν στο σημείο πάνω από το μήλο του Αδάμ, αφηρημένος, πίεσε το ξυράφι παραπάνω και κόπηκε, πνίγοντας μισό επιφώνημα πόνου και μια βρισιά. Ξέπλυνε τον αφρό και στα ρουθούνια του έφτασε η μεταλική μυρωδιά του αίματος του. Πλησιάζοντας στον καθρέπτη ανακάλυψε ότι η πληγή ήταν μάλλον βαθύτερη απ’ ότι νόμισε αρχικα. Ολοκλήρωσε βιαστικά το ξύρισμα, ξέπλυνε το πρόσωπο του και ένιωσε το τσούξιμο από το after shave εντονότερο στο σημείο που είχε κοπεί. Μια μικρή κόκκινη σφαίρα σχηματίζονταν εκεί αργα απειλώντας να κυλήσει από στιγμή σε στιγμή. Κόβωντας ένα κομμάτι χαρτί υγείας σκούπισε τον λαιμό του και το κράτησε με το χέρι του για μερικά λεπτά προκειμένου να σταματησει την αιμοραγία. Έπειτα απομάκρυνε το χαρτί και βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος να επιμείνει παραπάνω.

Βγαίνοντας απο το μπάνιο έριξε μια ματιά στο κομμάτι του χαρτιού που είχε πάρει μαζί του και με το οποίο είχε σκουπιστεί. Εκεί, με ζωηρό κόκκινο χρώμα είδε να γράφεται: «Χρόνια μας Πολλά». Αφού έμεινε παγωμένος για λίγο στη μέση του διαδρόμου, πήγε στην κρεβατοκάμαρα όπου κοιμόταν ακόμη Εκείνη. Έσκυψε από πάνω της απαλά και την φίλησε στο μέτωπο, ψιθυρίζοντας τις λέξεις που διάβασε λίγο νωρίτερα στο χαρτί υγείας. Στη συνέχεια ντύθηκε και έφυγε για τη δουλειά. Στον δρόμο, κάθε φορά που το αυτοκίνητο του σταματούσε σε κόκκινο φανάρι προσπαθούσε να αποφασίσει αν είχε κάνει κάποιο λάθος, ή όχι.

Αγάπη Μέρος Γ΄

«Δεν με αγαπάς πια! Έχεις πάψει να ασχολείσαι μαζί μου εδώ και πολύ καιρό. Τελευταία αποφεύγεις ακόμη και να με κοιτάξεις στα μάτια. Νομίζεις ότι δεν καταλαβαίνω… Ξοδεύεις τον εαυτό σου για ένα σωρό άλλα πράγματα χωρίς σημασία, ενώ για εμένα δεν θα έκανες ποτέ το ίδο. Δεν σου μένει πιά χρόνος για τίποτα άλλο πέρα από τη δουλειά. Πηγαινοέρχεσαι σκυφτός σε αυτή την ποντικότρυπα που αποκαλείς γραφείο και δεν σε νοιάζει τίποτα άλλο από το να μείνουν ικανοποιημένοι οι πελάτες. Θέλεις την αλήθεια; E, λοιπόν, αν θες να ξέρεις, σέρνεσαι σαν το σκουλήκι στο σκοτάδι, γλοιώδης και άχρηστος. Η ζωή είναι τόσο όμορφη! Κάποτε τα πράγματα ήταν διαφορετικά! Θυμάμαι τις βόλτες δίπλα στην ακρογιαλιά με το αλμυρό αεράκι, τις Ανοιξιάτικες εκδρομές με τα λουλούδια τα γεμάτα μυρωδιές και πεινασμένες μέλισσες. Τότε όλα έμοιαζαν όμορφα! Τόσο απλά και αληθινά! Πως φτάσαμε ως εδώ? Δεν σε αντέχω!» Εκείνος εδώ και ώρα στεκόταν με το κεφάλι ριγμένο κάτω, τους ώμους ανασηκωμένους και το βλέμμα να κοιτάζει κάτω. Κάτι άρχισε να κινείται μέσα του, να ανεβαίνει προς τα πάνω, αργά σαν να σκάβει μέσα από βρεγμένο χώμα για να απελευθερωθεί. Σήκωσε το κεφάλι και τα δύο βλέμματα συναντήθηκαν μετά από πάρα πολύ καιρό. Αυστηρός όσο ποτέ και με σφιγμένα τα δόντια ψιθύρισε με φωνή σχεδόν ανθρώπινη: «Και όμως σε αγαπώ». Τα δάχτυλα του σφίχτηκαν σε μια σάρκινη σφαίρα και με μια απότομη κίνηση η γροθιά του τινάχτηκε και χτύπησε με δύναμη το πρόσωπο απέναντι του, γεμίζοντας το πάτωμα με κομμάτια από σπασμένο γυαλί. Κρεμασμένο στον τοίχο απέμεινε μόνο ένα άδειο κάδρο.

Achilles

website

Listen (via e-radio)

Αρχειοθήκη ιστολογίου